Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

Ο Σίσυφος και η Εργασία της Φαντασίας | Part II

στo Workerland

Αυτονομία, Πολιτιστική Παραγωγή και οι Αντινομίες της Αυτοδιαχείρισης των Εργατών

για το Part I, πατήστε εδώ

Κίνηση του φανταστικού μακρυά από την αυτοδιαχείριση;

Το κεφάλαιο μας δίνει τα μέσα να σχεδιάσουμε προς τα εμπρός, να δουλέψουμε από μέσα, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα είναι γρήγορο στο να κάνει οργανική οποιαδήποτε δημιουργική κίνηση, μεταστρέφοντάς την σε διττή αντίθεση, όσο και ριζική να ισχυρίζονται πως είναι, αποδείξεις ότι αποτύχανε επανηλλειμένως επειδή έχουν γίνει ανεπαρκείς να σκεφτούν την πολυπλοκότητα της σύγχρονης πραγματικότητας.

~ Sylvere Lotringer[34]

Ενώ η εργατική αυτοδιαχείριση έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στο φαντασιακό και στη διατύπωση αιτημάτων στη διάρκεια των τελών της δεκαετίας του 1960 στη Νέα Αριστερά,[35] από τότε υπήρξε μια στροφή μακριά από την εστίαση στην αυτοδιαχείριση ως τόπου επαναστατικών ενεργειών. Ενώ έχει υποστηριχθεί ότι ένας λόγος για αυτή την αλλαγή μετά το 1968 ήταν λόγω του καταμερισμού μεταξύ καλλιτεχνικής και κοινωνικής κριτικής και των διαφορικών τροχιών τους – ύποπτη διάκριση των Boltanski & Chiapello’s – είναι εξαιρετικά αμφίβολο εξαιτίας του πόσο συγχωνεύθηκαν μαζί αυτά τα στοιχεία της ριζοσπαστικής σκέψης στη ριζοσπαστική φαντασία εκείνης της εποχής.[36] Για παράδειγμα, οι Καταστασιακοί τονίσανε την εργατική αυτοδιαχειριση και τις συμβουλιακές κομμουνιστικές ιδέες, και λίγο πολύ δανειστήκανε ένα μεγάλο κομμάτι αυτών των ιδεών από τον Σοσιαλισμό ή Βαρβαρότητα όταν ο Guy Debord ήταν μέλος. Παρόλο αυτό, οι Καταστασιακοί χρησιμοποιούνται ως το κατεξοχήν έμβλημα μίας καλλιτεχνικής κριτικής το οποίο είχε ήδη εγκαταλείψει την ταξική δυναμική! Στην πραγματικότητα, οι πραγματικοί λόγοι για μια τέτοια αλλαγή στη σύνθεση της ριζοσπαστικής φαντασίας από μία εστίαση στην αυτοδιαχείριση είναι πολλαπλοί και πολύπλοκοι. Μία εξήγηση για αυτή την αλλαγή περιλαμβάνει την αυξανόμενη σημασία σε όλη τη δεκαετία του 1970 ποικίλων άλλων αγώνων όχι αυστηρά βασισμένων στις ταξικές διακρίσεις, όπως ο φεμινισμός, τα φοιτητικά κινήματα, οι αγώνες ενάντια στο ρατσισμό και την ομοφοβία, και ούτω καθεξής, οι οποίοι καταρεύσανε το ηγεμονικό φαντασιακό του βιομηχανικού εργάτη ως τη κεντρική και την πιο σημαντική θέση των αγώνων. Άλλη μία εξήγηση για αυτή την αλλαγή μακριά από την αυτοδιαχείριση για την ριζοσπαστική αριστερά είναι το γεγονός ότι αρκετές προσδοκίες για αυτοδιαχείριση που πραγματικά υλοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 – σε μία μορφή, όμως, σχεδόν αντίστροφα από τις επίθυμίες αυτών που αγωνίστηκαν για αυτές από κάτω, και σε κατευθύνσεις που δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ιδιαίτερα απελευθερωτικές.[37] Ως παράδειγμα, προτάσεις να χρησιμοποιηθούν κρατικές επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσουν εργάτες να αναλάβουν τους χώρους εργασίας τους – ως πρόταση η οποία ακόμα πουλιέται ως ριζοσπαστικό σχέδιο (για παράδειγμα πρόσφατα από μερικά κινήματα στην Αργεντινή) – ήταν στην πραγματικότητα συνηγορούμενα από μέρη της Παγκόσμιας Τράπεζας και την Wharton Business School κατά τη διάρκεια των τελών της δεκαετίας του 1970 και αρχών της δεκαετίας του 1980 ως ένας τρόπος αναγέννησης της οικονομίας. Υποστηρίχθηκε ακόμα ότι αντιπροσώπευε μία νέα μορφή βιομηχανικής πολιτικής ακόμα και αν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί από ορισμένες αποχρώσεις ταξικής πάλης η οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρούνταν από αυτές τις ελίτ ότι δεν έθετε πια κανένα κίνδυνο.

Παρομοίως με τον τρόπο που τα αιτήματα για ευελιξία στην εργασία και η ευρέως διαδεδομένη άρνηση της δουλειάς κατέληξε να υλοποιηθεί ως επιβεβλημένες μορφές επισφάλειας, ενέργειες κοινωνικής εξέγερσης καναλιζαριστήκανε μέσω αιτημάτων για αυτοδιαχείριση κατέληξαν να υλοποιηθούν σε αντίστροφη μορφή μέσω διαχειριστικών σχημάτων και μεθόδων που είχαν να κάνουν με συν-διαλλαγή ακόμα και κινητοποίηση αυτών των δυσαρεσκειών. «Υπεύθυνη αυτονομία,» σχήματα «συν-καθορισμού», «σπουδές εργατικής ποιότητας», «διαχείριση ολικής ποιότητας,» «συμμετοχή εργαζομένων», και μία ολόκληρη σειρά από άλλους όρους και πρακτικές που ανεπτύχθησαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 για να αντιμετωπίσουν τις πολύ πραγματικές δυσαρέσκειες και παράπονα που δημιουργούσαν μαζική βιομηχανική ταραχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές οι απαντήσεις στη «δυσθυμία των μπλε κολλάρων» και στην δυσαρέσκεια με τις εργασιακές ζωές των ανθρώπων δεν αντιμετωπίσανε ορισμένες πραγματικές ανησυχίες με περιστασιακά θετικούς τρόπους (επειδή, σχεδόν παρόλο αυτά τα ίδια, τέτοια μέτρα μερικές φορές το κάνανε). Το σχετικό σημείο που κάνουμε εδώ, μάλλον, είναι ότι αυτές οι προσπάθειες αντιμετωπίσανε πραγματικές εργατικές ανησυχίες με τρόπους που, μερικώς αλλά όχι ολικώς αντιμετωπίσανε αυτές τις πηγές της δυσαρέσκειας, παρείχανε τις απαραίτητες μορφές κοινωνικής σταθερότητας στο μετάΦορντιστικό πλάνο ενώ την ίδια στιγμή προσδέσανε αυξανόμενες μορφές κοινωνικού πλούτου και δημιουργικότητας φερόμενες στο χώρο εργασίας από αυτά τα συμμετοχικά σχήματα.

Έχει επίσης υποστηριχθεί ότι αυτή η περίοδος και οι μεταμορφώσεις της εισήγανε μία εποχή όπου οι κοινωνικές δυνάμεις παγώσανε γύρω από την δυνατότητα της ζωντανής εργασίας που δεν ήταν πια επαρκής να παρέχει κοινωνικές εξεγέρσεις και τη ριζοσπαστική φαντασία με το καύσιμο για έμπνευση συνεχόμενης αντίστασης και εξέγερσης. Ο Jürgen Habermas, για παράδειγμα περιγράφει την κατάσταση όπου βρίσκουμαι τους ευατούς μας στο «Νέο Σκοτάδι», μία συνθήκη, ενώ φαινομενικά χαρακτηρίζεται από την υποχώρηση των ουτοπικών ενεργειών από την ιστορική σκέψη, αποκαλύπτει μάλλον το τέλος μίας ιδιαίτερης διαμόρφωσης της ουτοπίας βασισμένη στις δυνατότητες μίας κοινωνίας ριζωμένη στην εργασία. Για τον Habermas, αυτές οι κοινωνικές ενέργειες δεν έχουν πλέον την ίδια κοινωνική απήχηση.

Όχι μόνο απλώς επειδή οι δυνάμεις της παραγωγής έχουν χάσει την αθωότητά τους ή επειδή η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής δεν έχει σαφώς οδηγήσει σε αυτή την ίδια την εργατική αυτοδιαχείριση. Μάλλον πάνω από όλα είναι επειδή η ουτοπία έχει χάσει το σημείο αναφοράς της στην πραγματικότητα: η δύναμη της αφηρημένης εργασίας να δημιουργεί και να δίνει μορφή στην κοινωνία.[39]

Ενώ είναι αλήθεια ότι ο εικοστός αιώνας είναι σκουπιδότοπος με απομεινάρια επαναστάσεων δείχνοντας ότι απλά η εξάλειψη της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής δεν εγγυάται απαραίτητα μία επανάσταση που πηγαίνει μέχρι τέλους για να αντιμετωπίσει τις πολλαπλές μορφές κοινωνικής κυριαρχίας, αυτό με τίποτα δεν είναι κοντά στη σημασία του ότι όλες οι δυνατότητες για εξέγερση μέσω της εργασίας του φαντασιακού – της φαντασίας της εργασίας – έχει εξαφανισθεί.

Ότι ακολούθησε τις εξεγέρσεις της δεκαετίας του 1960 και 1970, οδήγησε στην παρούσα κατάσταση, δεν ήταν ένας ολικός μετασχηματισμός ή υπαναχώρηση της ανατρεπτικής δυνατότητας της εργατικής φαντασίας, αλλά μία σειρά μετασχηματισμών και μεταλλαγών στο πως αυτά τα φαντασιακά, τα κινήματα, και οι πρακτικές είχαν αντιληφθεί. Αυτές οι αναεννοιολογήσεις σημαίνανε μία μετατόπιση του ηγεμονικού φαντασιακού από μία διάχυτη, πολλαπλή και συχνά αντιφατική και συγκρουσιακή διάταξη φαντασιακών. Με άλλο λόγια, δεν είναι ότι υπήρχαν ταξικά κινήματα και μορφές εργατικής οργάνωσης (υπάρχουσες ως ενοποιημένα, ηγεμονικά σύνολα) που αντικαταστάθηκαν από μία σειρά διασπασμένων και διάχυτων κινημάτων (δηλ.το λεγόμενο κίνημα της πολιτικής ταυτότητας, περιβαλλοντικές πολιτικές, φεμινισμός, ερωτήματα πολιτισμικής και εθνικής διαφοράς, κλπ.) Μάλλον κάτω από την εικόνα του ενωμένου και συνεκτικού ταξικού κινήματος υπήρχαν ήδη μία σειρά από πολλαπλές υποκειμενικότητες, που, ενώ αληθινά ενσωματώνουν ποικίλες μορφές της ταξικής πολιτικής, δεν ανάγονται απλά σε αυτές. Μάλλον από το να είναι τώρα «νέα» ενδιαφέροντα όπου είναι διαφορετικά από αυτά που βρίσκονται στα «παλιά κοινωνικά κινήματα», αυτό επειδή μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνονταν αρκετά διαφορετικές και διακριτές από προηγούμενες πολιτικές μπορεί να εξετάζονταν με καχυποψία, είναι ένα ερώτημα πως βλέπονται αυτά τα «νέα» αιτήματα και οι επιθυμίες όπου ήδη υπήρχαν αλλά είχαν αναμιχθεί μαζί και σβηστεί από τη ψευδή εικόνα μίας απαραίτητης ενότητας που δεν μπορούσε να περιλάβει τη διαφορετικότητα εντός της. Αυτός ο εναγκαλισμός της διαφοράς εντός του ριζοσπαστικού εργατικού φαντασιακού δεν ήταν κάτι καινούριο, καθώς η ιστορία της IWW και των κινημάτων των εργατών μεταναστών και του πλήθους των εργατών που ήταν πάντα επισφαλείς μας δείχνει. Ένας μπορεί επίσης να δει, για παράδειγμα, τον παλαιότερο εναγκαλισμό της διαφοράς πέρα του χώρου εργασίας στις έρευνες των Gerald Raunig και Gordon Clark στις ποικίλες μορφές της αυτοοργάνωσης της γειτονιάς και της συντακτικής πρακτικής που διέπει την Παρισινή Κομμούνα του 1871.[40] Μάλλον, ήταν αυτά τα κινήματα που σβηστήκανε από το επιβεβλημένο φαντασιακό της θεσμικής αριστεράς, το πολύ σίγουρο φαντασιακό που θρυματίστηκε μετά το 1968. Αυτό δεν είναι για να αρνηθούμε ότι έχει υπάρξη μετασχηματισμός στην εσωτερική σύνθεση του ριζοσπαστικού φαντασιακού, αλλά μάλλον ότι αυτό είναι μία σταθερή και συνεχή ιστορική διαδικασία. Όχι, ο εναγκαλισμός της διαφοράς δεν ήταν ένα νέο φαινόμενο με κάνένα τρόπο. Ότι ήταν νέο ήταν η αναγνώριση του μετασχηματισμού στο φαντασιακό μάλλον παρά ένα απότομη ή ξαφνική αλλαγή.

Ίσως η αυτοδιαχείριση είναι ένα ψάρι που μπορεί να κολυμπήσει μόνο στα νερά των αγώνων του Φορντισμού. Δηλαδή, ταιριάζει σε αγώνες που συμβαίνουν σε ένα παραγωγικό πλαίσιο βασισμένο την αναγκαιότητα συγκεκριμένων μορφών νεκρού κεφαλαίου (μηχανές, εξοπλισμός, εργοστάσια και ούτω καθεξής) πάνω στα οποία αξίξει να αγωνιστείς. Στο βαθμό που η μετα-φορντική εργασία βασίζεται σε μορφές κοινωνικής δημιουργίας, σε σχήματα φαντασίας και εργασίας τα οποία είναι ήδη άμεσα συλλογικά, ο αγώνας για να κατέχονται από κοινού έχει μικρό νόημα επειδή είναι ήδη από κοινού (επειδή όσο πολύ και αν η διαχείριση μπορεί να εύχεται να ήταν δυνατό να αποικιοποιήσει και να αξιοποιήσει όλη τη γνωστική εργασία, αυτό απλά δεν είναι δυνατό). Αυτό δεν είναι για να αρνηθούμε ότι υπάρχουν ακόμα μεγάλοι πολλαπλασιασμοί των μηχανισμών, των νόμων, και των διαδικασιών για να διασφαλίσουν την καπιταλιστική αξιοποίηση από αυτό το παραγωγικό κοινό επειδή, είτε οι νόμοι πνευματικής ιδιοκτησίας ή οι μορφές του νομικού εξαναγκασμού και η κυβερνητική χρηματοδότηση νέων μορφών και θεσμών για αυτές τις μορφές παραγωγής, είναι σαφές πως υπάρχουν. Μάλλον είναι για να υποδείξουμε ότι το φαντασιακό που συνήθιζε να τροφοδοτεί τη διαδρομή της αυτοδιαχείρισης – για παράδειγμα, όταν μπορούμε να αναλάβουμε τη βιομηχανία και να χρησιμοποιήσουμε τα εργαλεία με ένα απελευθερωτικό τρόπο τώρα που έχουν κολλεκτιβοποιηθεί – έχει όλο και λιγότερο νόημα επειδή τα εργαλεία είναι ήδη από κοινού ιδιοκτησία, βασίζονται στη συνεργασία. Τότε ο αγώνας πρέπει να γίνει αγώνας αφαίρεσης ο ίδιος από τις πραγματικές μορφές καπιταλιστικής αξιοποίησης, του παρασιτικού ενοικίου στα παραγωγικά κοινά,[41] χωρίς την επαναδημιουργία του συλλογικού όλου σαν μία ακόμα μορφή συλλογικού καπιταλιστή. Αυτό είναι το πρόβλημα που ο Jarsoslav Vanek αναγνώρισε στην ανάλυσή του της αυτοδιαχείρισης, και με πολλούς τρόπους παραμένοι το πρόβλημα της εργατικής αυτοδιαχείρισης σήμερα.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι να προσπαθήσουμε να επαναδιατυπώσουμε μία έννοια της εργατικής αυτοδιαχείρισης ή του εργατικού ριζοσπαστισμού ως ηγεμονικό φαντασιακό που θα μπορούσε να υπάρχει εντός των παρόντων συνθηκών, αλλά μάλλον να εξετάσουμε σε ποιο βαθμό οι ιδέες και οι πρακτικές της αυτοδιαχείρισης μπορούν να συμμετάσχουν στην κατασκευή μίας μορφής κοινωνικής αντίστασης η οποία, πολύ όπως και η δυνατότητα της ίδιας της εργασίας, βεβαιώνεται πάντα σε μία ικανότητα να προχωρήσει πέρα από την ίδια, να είναι υπερεπαρκή στην ίδια – για να μην αφεθεί να αποτελέσει απαγορευτική μορφή στη συνεχιζόμενη επέκταση της ίδιας της συστατική της δυνατότητας.[42] Αυτό θα μπορούσε να επανεξετάσει την αυτοδιαχείριση όχι ως δημιουργία μίας προκαθορισμένης και σταθερής ρύθμισης που πρέπει να προστατεύεται από τις πιέσεις της καπιταλιστικής αγοράς, αλλά μάλλον ως αναπτυσσόμενοι τέτιοι χώροι με σκοπό τη δημιουργία πόρων και δυνατοτήτων να επεκτείνουν και να βαθύνουν άλλους αγώνες επίσης. Αυτό δεν είναι επαναδιατύπωση του συνηθισμένου επιχειρήματος της «διάδοσης» ή της «μετάδοσης», ή των μορφών βιομηχανικής δημοκρατίας και εργατικής συμμετοχής που θα έτειναν να οδηγήσουν σε άλλες μορφές δημοκρατικής ανανέωσης σε άλλες πλευρές της ζωής. Για να μην πούμε πως η διάχυση δεν μπορεί να συμβεί, ότι ο απελευθερωτικός μετασχηματισμός σε μία περιοχή της κοινωνικής ζωής είναι στενά συνδεδεμένη με άλλες περιοχές κάνει πολύ καλό νόημα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτό απαραίτητα συμβαίνει με κάποιον εύκολα προβλέψιμο και μηχανικό τρόπο. Με άλλα λόγια, το σχέδιο της εργατικής αυτοδιαχείρισης διαχωρισμένο από ευρύτερη κοινωνικά βασισμένη αναδιοργάνωση και κινήματα τείνει να ενδυναμώσει την συμπεριφορά που βασίζεται στην αγορά μάλλον παρά να την ανατρέψει, η οποία είναι σχεδόν το άμεσα αντίθετο από αυτό που θα περίμενε κάποιος από ένα μοντέλο «διάχυσης».[43] Η οικοδόμηση μίας μορφής εργατικής αυτοδιαχείρισης υπεραρκετής στην ίδια σημαίνει απαραίτητα ότι θα ήταν μία αυτοδιαχείριση συνεχούς αυτοθέσμισης, της συλλογικής (και ατομικής) διαμόρφωσης του φαντασιακού με τρόπους που δημιουργεί πόρους για την επέκταση ριζοσπαστικών μορφών του κοινωνικού κινήματος, όπως καταλήψεις, αυτομείωση τιμών, και άλλων μορφών εργατικών αγώνων που εξαπλώνονται πέρα από τους αναγνωρισμένους χώρους εργασίας πάνω σε όλο το κοινωνικό πεδίο. Είναι αυτοί οι εργατικοί αγώνες εκτός των αναγνωρισμένων χώρων του εργοστασίου που παγιώθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 στην αυτόνομη έννοια του αγώνα του κοινωνικού εργάτη και στο κάλεσμα του Raoul Vaneigem από την άγρια απεργία στη γενικευμένη αυτοδιεύθυνση.[44] Με άλλα λόγια, για να παραμείνει ο ανατρεπτικός πυρήνας των εργατικών αγώνων προς την αυτοδιαχείριση, αλλά απογυμνωμένου από τη στενά εργατίστικη εστίαση.

Μεταξύ Σίσσυφου και αυτοδιαχείρισης

Και λοιπόν που αφήνει αυτή η εννοιολογική επικράτεια και οι πρακτικές της αυτοδιαχείρισης? Καλύτερα παρατημένο στο χρονοντούλαπο της ιστορίας? Δελεαστικό, ίσως, αν και το να το έκανες θα ήταν λίγο βιαστικό, και όπως ένα παράδειγμα του να καις μαζί με τα ξερά της δυσαρέσκειας μας και τα χλωρά. Η εργατική αυτοδιαχείριση μπορεί να παίξει ένα ζωτικό ρόλο στην κοινωνική αντίσταση, αλλά ένα ρόλο ποιο περιορισμένο από αυτό που νόμιζα αρκετά χρόνια πριν όταν άρχιζα να σκέφτομαι βαθύτερα για αυτή. Η εργατική αυτοδιαχείριση μπορεί να παίξει ένα σημαντικό ρόλο δημιουργίας δικτύων γνώσης και συνεργατικών εργαστηρίων για πειραματισμό και ανάπτυξη πόρων και δεξιοτήτων για την «οικοδόμηση του νέου κόσμου μέσα στο κέλυφος του παλιού» για να χρησιμοποιήσουμε την παλιά φράση των wobblies. Αλλά είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε ποτέ ότι αυτός ο νέος κόσμος χτίζεται μέσα στο κέλυφος του παλιού, μέσα στο σιδερένιο κλουβί του καπιταλιστικού ορθολογισμού, η οποία είναι πολύ πιο πιθανό να επηρεάσει την ανάπτυξή του παρά να κομματιαστεί από άλλες μορφές κοινωνικής ζωής που αναπτύσσονται εντός του. Οι πρακτικές της εργατικής αυτοδιαχείρισης υπάρχουν σε μία στριμωγμένη θέση «ήσονος σημασίας πολιτικής» και σύνθεσης. Ο ριζοσπαστισμός τους βρίσκεται σε αυτή τη θέση, η ικανότητα της εργατικής αυτοδιαχείρισης να δημιουργεί πόρους και χρόνο, και η συνειδητή αποφυγή στο να γίνουν ένας «παράγοντας» αντιπροσωπευτικής μορφής .[45] Με άλλα λόγια, η εργατική αυτοδιαχείριση μπορεί να βοηθήσει να δημιουργήσει χώρο και χρόνο που ευνοούν την καλλιέργεια άλλων δυνατοτήτων – άλλων δυνατών κόσμων να αναδυθούν. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε απλά «να αγοράσουμε πίσω τον κόσμο» από τους καπιταλιστές ή ότι η εργατική αυτοδιαχείριση μπορεί να χρησιμεύσει ως μέσο για να ξεπεράσουμε χωρίς δυσκολίες τις τεράστιες σειρές εξουσίας που ακόμα υπάρχουν. Η εργατική αυτοδιαχείριση δεν είναι κάτι βέβαιο εκτός των πραγματικοτήτων του καπιταλισμού. Αλλά μπορεί να δημιουργήσει χρόνο κάτι που είναι μερικώς βέβαιο.

Επίσης είναι θεμελιωδώς σημαντικό ότι η αυτοδιαχείριση, ως επιβεβαίωση της δημιουργικής δυνατότητας της μη αλλοτριωμένης εργασίας, δεν βρίσκει άθελα τον εαυτό της να γλιστράει πίσω σε μία επιβεβαίωση της «αξιοπρέπειας της εργασίας» η οποία έχει στοιχειώσει διάφορες μορφές εργατικής οργάνωσης και ριζοσπαστισμού από αμνημόνευτους χρόνους και έχει υπάρξει ο στόχος ριζοσπαστών πιο επιρρεπών να γιορτάσουν την άρνηση της εργασίας και να υποστηρίξουν την μείωσή της από τον Paul Lafargue στου Ιταλούς αυτόνομους και από τον Bob Black στους καταστασιακούς. Η ιδέα θα ήταν μάλλον να επεκταθεί και να εμβαθυνθεί η σχέση μεταξύ της άρνησης της εργασίας και της αυτοδιαχείρισή της, όπως όταν ο Vaneigem κάλεσε για την ενότητα των εργατικών συμβουλίων και την άρνηση της εργασίας.[46] Αυτό δεν είναι και τόσο παράδοξο (ή ηλίθιο) όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Μάλλον είναι ένα επιχείρημα βασισμένο στην διαπίστωση ότι η κοινωνικοποιημένη εργατική δυνατότητα αποκαλύπτεται σαφέστατα από την απουσία της, η οποία είναι η βασική ιδέα που αποτελεί και τη βάση των απεργιών στην τελική. Συνεπώς, ο τρόπος για να επιβεβαιωθεί μία τέτοια δυνατότητα δεν είναι υπό συνθήκες όπου περιορίζεται παράλογα εντός του παρόντος αλλά από τη συνεχή, ενυπάρχουσα διαμόρφωση της συλλογικής φαντασίας και δημιουργικότητας που δεν θα επιτρέψει στον ευατό της να είναι ποτέ ολοκληρωτικά δεμένη εντός σταθερής μορφής.

Αυτό είναι για να κατανοήσουμε και να μάθουμε από την εργατική αυτοδιαχείριση όπως δρα, για να δανειστούμε το επιχείρημα του Maurice Brinton, ως ένα μέσο για την απελευθέρωση μάλλον παρά η ίδια η απελευθέρωση.[47] Κάποιος θα μπορούσε να επεκτείνει το επιχείρημα αυτό παραπέρα, όπως οι σύντροφοι της Κροστάνδης κάνουν, να υποστηρίξει «η μόνη έγκυρη δράση αυτοδιαχείρισης για τους εργάτες είναι συνεπώς αυτή της αυτοδιαχείρισης του αγώνα, που είναι η άμεση δράση.»[48] Αλλά όχι απλώς μία παλαιά άμεση δράση, αλλά άμεση δράση ως ανοιχτού τέλους δραστηριότητα που συνειδητά αποφεύγει τη σταθερότητα εντός οποιασδήποτε δεδομένης μορφής. Ίσως αυτό είναι αρκετά κοντά σε ότι ο John Asimakopoulos, εννοούσε όταν καλούσε για μία «νέα αγωνιστική ταξική στρατηγική της άμεσης οικονομικής πολιτικής ανυπακοής,» συνδέοντας τις ριζοσπαστικές δράσεις με πραγματικά αποτελέσματα.[49]

Και αυτός είναι ο λόγος που ο Σίσσυφος παραδόξως είναι μία αρκετά κατάλληλη εικόνα για να σκεφτούμε την φύση της εργατικής αυτοδιαχείρισης. Η τραγωδία του Σίσσυφου είναι ότι είναι πλήρως συνειδητοποιημένος της αδύνατης φύσης της συνθήκης του.Ο Σίσσυφος είναι καταραμένος με τη συνειδητότητα της ματαιότητας της θέσης του, πολύ με τον ίδιο τρόπο που η προλεταριακή συνθήκη είναι καταραμένη από τη συνειδητότητα της απόλυτης ματαιότητας της προσπάθειας να δημιουργήσει μορφές μη αλλοτριωμένης ζωής και αυτοκαθοριζόμενης κοινότητας που να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει υπό τις παρούσες συνθήκες του καπιταλισμού. Ο ογκόλιθος σπρώχνεται πάνω στο λόφο, μόνο για να κυλήσει πάλι κάτω, άλλος ένας γύρος περίφραξης, αντεπανάστασης, ανάκτησης, ή οποιοδήποτε το προτιμόμενο όνομά σας θα μπορούσε να είναι. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αξία στο σπρώξιμο, όσο παράλογο και αν φαίνεται συχνά αυτό. Η ανθεκτικότητα του πνεύματος του εξεγερμένου Σίσσυφου, το ξεπέρασμα της θέσης του, βρίσκεται στην ικανότητά του να βρίσκει χαρά και δυνατότητα στο περπάτημα πάνω κάτω στο λόφο: μέσω αυτού ξεπερνάει την καταραμένη του θέση και αρνείται τη μοίρα του, για «κάθε μία από αυτές τις στιγμές όταν αφήνει τα ύψη και σταδιακά κατρακυλά προς την κρυψώνα των θεών, είναι ανώτερος της μοίρας του.»[50] Αληθινά, δεν υπάρχει μοίρα που δεν μπορεί να ξεπεραστεί με την περιφρόνηση.

Η εργασία της φαντασίας ή η φαντασία της εργασίας, βασίζεται στη διαπίστωση ότι ο αυτοκαθορισμός εντός των υπάρχουσων συνθηκών είναι απολύτως παράλογος. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρακτικές αυτοκαθορισμού και η οικοδόμηση αυτόνομων κοινοτήτων είναι άχρηστες, μάλλον το ότι οι συνθήκες εμποδίζουν την ανάδυση αυτών είναι απείρως περισσότερο παράλογο και αξίζει να συναντήσουμε την καταστροφή τους. Ίσως είναι χρήσιμο να το κατανοήσουμε με τον τρόπο που οι Boltanski & Chiapello περιγράφουν την απορρόφηση της κριτικής από τον καπιταλισμό, οι οποίοι επίσης περιγράφουν χρησιμοποιώντας την εικόνα του Σίσσυφου: «Αλλά τα αποτελέσματα της κριτικής είναι αληθινά. Ο ογκόλιθος πάει πραγματικά πάνω στο λόφο σε όλο το μήκος της πλαγιάς, ακόμακαι αν πάντα κυλλάει κάτω από άλλο μονοπάτι του οποίου η κατεύθυνση εξαρτάται περισσότερο συχνά από την κατεύθυνση που έφτασε επάνω.»[51] Μεταξύ των αλλαγμένων κατευθύνσεων του ρόλου του ογκόλιθου και του μορφάζοντος προσώπου του Σίσυφου αυτό που στριμώχνεται είναι ο χώρος μίας παράλογης ελευθερίας. Και έτσι με τις μηχανοραφίες των θεών και το βάρος των ουρανών να μας πιέζουν από πάνω και από κάτω. Θα μπορούσε να ήταν πολύ καλή εποχή τότε, για μία ακόμη έφοδο στους ουρανούς.[52]

Πηγή: http://www.rebelnet.gr

Σημειώσεις

[34] Quoted in: Virno, P. (2004). A grammar of the multitude: For an analysis of contemporary forms of life. New York: Semiotext(e) (p. 17-18).Ελληνική έκδοση Γραμματική του πλήθους. Για μία ανάλυση της σύγχρονων μορφών ζωής Οδδυσέας Αλεξάνδρεια 2007

[35] Katsiaficas, G. (1987). The imagination of the new left: A global analysis of 1968. Boston: South End Pres.

[36] Boltanski, L. & Chiapello, E. (2005). The new spirit of capitalism. London: Verso.

[37] Βλέπε, για παράδειγμα: Δύο βιβλία των Keith Bradley και Alan Gelb’s (και τα δυο από το 1983) στις κολλεκτίβες του Mondragon και στην εργατική διαχείριση του καπιταλισμού ως εργαλείο βιομηχανικής ανανέωσης και αναγέννησης (Bradley, K. & Gelb, A. (1983a). Cooperation at work: The Mondragon experience. London: Heineman Educational Books Ltd; Bradley, K. & Gelb, A. (1983). Worker capitalism: The new industrial relations. London: Heineman Educational Books Ltd.). Βλέπε επίσης: Boltanski & Chiapello. Ένα άλλο ενδιαφέρον και παράξενο επιχείρημα αυτού του τρόπου σκέψης είναι το επιχείρημα και για την δημιουργία αυξανόμενων μορφών συμμετοχής εργαζομένων και αυτοδιαχείρισης μαζί με την νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση του κράτους. Για αυτό το μοναδικό κομάτι ιδεολογικού ανακατέματος, βλέπε: Biagi, M. (Ed.). (2002). Quality of work and employee involvement in Europe. The Hague: Kluwer Law.

[38] Για περισσότερο για αυτό, βλέπε: Bass, B. & Shackleton, V.J. (1979). Industrial democracy and participative management: A case for synthesis. Academy of Management Review, 4(3), 393-404; Fenwick & Olson; Vallas, S.P. (2003). Why teamwork fails: Obstacles to workplace change in four manufacturing plants. American Sociological Review, 68(2), 223-250. Θα μπορούσε κάποιος επίσης να συνδέσει αυτό με άλλα τρέχοντα και έννοιες με Επιστήμες management και organization , όπως η έννοια της «υπεύθυνης αυτονομίας»του Andrew Friedman και το έργο του Ινστιτούτου Tavistock .

[39] Habermas, J. (1989) The new obscurity: The crisis of the welfare state and the exhaustion of utopian energies. In S.W. Nicholsen (Ed.), The new conservatism: Cultural criticism and the historians’ debate (pp. 48-70). Cambridge: MIT Press.

[40] Για περισσότερο σε αυτό, βλέπε: Clark, G. (1984). A theory of local autonomy. Annals of the Association of American Geographers, 74(2), 195-208; Raunig, G. (2007). Art and revolution: Transversal activism in the long twentieth century. New York: Semiotext(e)

[41] Vercellone, C. (2008). The new articulation of wages, rent, and profit in cognitive capitalism. Generation Online. http://www.generation-online.org/c/fc_rent2.htm.

[42] Spivak, G.C. (1985) Scattered Speculations on the Question of Value. Diacritics, 15(4), 73-93.

[43] Για περισσότερα στο «μοντέλο διάχυσης» βλέπε: Greenberg, E. et al. (1966). Industrial work and political participation: Beyond “simple spillover.” Political Research Quarterly, 49(2), 305-330.

[44] Vaneigem, R. (n.d.). From wildcat strike to total self-management. In Collection of desires (pp. 51-82). Richmond, VA: Paper Street.ΕλληνικήέκδοσηΔιεθνήςΒιβλιοθήκηΑπότηνΆγριααπεργίαστηνολικήαυτοδιεύθυνση

[45] Thoburn, N. (2003). Deleuze, Marx, and politics. London: Routledge.

[46] Vaneigem, R. (1994). The movement of the free spirit. New York: Zone Books (p. 277).

[47] Brinton, M. (2004). For workers’ power. Oakland, CA: AK Press (p. 33).

[48] Comrades of Kronstadt, p. 33.

[49] Asimakopoulos, J. (2006, February 27). Loot the rich: Economic civil disobedience. Infoshop.org. http://news.infoshop.org/article.php?story=2006loot_the_rich.

[50] Camus, p. 121.

[51] Boltanski & Chiapello, p. 41.

[52] Αυτή η εικόνα χρησιμοποιήθηκε πρώτα από τον Μαρξ το 1871 σε μία επιστολή στον Dr. Kugelmann για την Παρισινή Κομμούνα. Από τότε την έχουν πάρει και χρησιμοποιήσεεντός διαφορετικών πλαισίων, όπως το περιβάλλον των Ιταλών αυτόνομων της δεκαετίας του 1970 (και ήταν τότε που χρησιμοποιήθηκε ως τίτλος στο βιβλίο του Steve Wright για την ιστορία του Εργατισμού). Αναφέρεται επίσης στην ταινία του Ellio Petri το 1971 Η εργατική τάξη πάει στον Παράδεισο Classe Operai va in Paradiso.

Βιβλιογραφία

Arzensek, V. (1972). A conflict model and the structure of Yugoslav society. International Journal of Sociology, 2, 364-383.

Asimakopoulos, J. (2006). Loot the rich: Economic civil disobedience. Infoshop.org. http://news.infoshop.org/article.php?story=2006loot_the_rich

Barclay, H. (1997). Culture and anarchism. London: Freedom Press.

Bass, B. & Shackleton, V.J. (1979). Industrial democracy and participative management: A case for synthesis. Academy of management review, 4(3), 393-404.

Bayat, A. (1991). Work, politics, and power: An international perspective on worker’s control and self-management. New York: Monthly Review.

Berman, M. (1984). Workers’ self-management in the United States. Ithaca: Cornell University Press.

Biagi, M. (Ed.). (2002). Quality of work and employee involvement in Europe. The Hague: Kluwer Law.

Blumberg, P. (1968) The Sociology of participation. New Haven: Yale University Press.

Boltanski, L. & Chiapello, E. (2005). The new spirit of capitalism. London: Verso.

Boyle, M. & Parry, K. (Eds.). (2007). Culture and Organization, 13(3), 185-266.

Bradley, K. & Gelb, A. (1983a). Cooperation at work: The Mondragon experience. London: Heineman Educational Books Ltd.

Bradley, K. & Gelb, A. (1983). Worker capitalism: The new industrial relations. London: Heineman Educational Books Ltd.

Brinton, M. (2004). For workers’ power. Oakland, CA: AK Press.

Burawoy, M. (1983). Between the labour process and the state: The changing face of factory regimes under advanced capitalism. American sociological review, 48(5), 587-605.

Camus, A. (1983) The myth of Sisyphus and other essays. New York: Vintage Books. Ελληνική Έκδοση Ο Μύθος του Σίσυφου Εκδόσεις Καστανιώτης

Chaplin, B. & Coyne, J. (1977). Can workers manage? Sussex: Institute of Economic Affairs.

Clark, G. (1984). A theory of local autonomy. Annals of the Association of American Geographers, 74(2), 195-208.

Cole, G.D.H. (1972). Self-Government in industry. London: Hutchinson Educational Ltd.

Comrades of Kronstadt. (1990). Worker’s autonomy. London: Elephant Editions.

Craig, J. (1993). The nature of co-operation. Montreal: Black Rose Books.

Dolgoff, S. (1974). The anarchist collectives: Workers’ self-management in the Spanish revolution 1936-1939. Montreal: Black Rose Books. Ελληνική ‘Εκδοση Σαμ Ντολγκόφ Αναρχικές κολλεκτίβες Η εργατική αυτοδιεύθυνση στην ισπανική επανάσταση Διεθνής Βιβλιοθήκη 1982

Fenwick, R. & Olson, J. (1986). Support for worker participation: Attitudes among union and non-union workers. American Sociological Review, 51(4), 505-522.

Ferguson, A.A. (1991). Managing without managers: Crisis and resolution in a collective bakery. In Burawoy et al. (Eds.), Ethnography unbound: Power and resistance in the modern metropolis (pp. 108-132). Berkeley: University of California Press.

Flynn, E.G. et al. (1997). Direct action & sabotage: Three classic IWW pamphlets from the 1910s. Chicago: Charles H. Kerr.

Godbout, J. (1998). The world of the gift. Montreal: McGill-Queen University Press.

Grady, R.C. (1990). Workplace democracy and possessive individualism. Journal of Politics, 52(1), 146-166.

Greenberg, E. (1986). Workplace democracy: The political effects of workplace participation. Ithaca: Cornell University Press.

Greenberg, E. et al. (1966). Industrial work and political participation: Beyond “simple spillover.” Political research quarterly, 49(2), 305-330.

Gunn, C. (1986). Workers’ self-management in the United States. Albany: State University of New York Press.

Habermas, J. (1989) The new obscurity: The crisis of the welfare state and the exhaustion of utopian energies. In S.W. Nicholsen (Ed.), The new conservatism: Cultural criticism and the historians’ debate (pp. 48-70). Cambridge: MIT Press.

Highleyman, L. (2007). A john of all trades. http://anarchistnews.org

Holtzman, B. et al. (2004). Do It Yourself…and the movement beyond capitalism. Radical Society, 31(1), 7-20.

Jansson, S. & Hellmark, A.B. (Eds.). (1986). Labour-owned firms and workers’ cooperatives. Hants: Gower Publishing.

Katsiaficas, G. (1987). The imagination of the new left: A global analysis of 1968. Boston: South End Pres.

Martin, R. (1994). Socialist ensembles: Theater and state in Nicaragua and Cuba. Minneapolis: University of Minnesota Press.

Marx, K. (1973). Capital, Volume I: A critique of political economy. New York: Penguin. Κεφάλαιο τόμος Ι Σύγχρονη Εποχή

Mason, R. (1982). Participatory and workplace democracy. Carbdondale: Southern Illinois University Press.

McKay, J. H. (1999). The anarchists. Brooklyn: Autonomedia.

McNally, D. (1993). Against the market: Political economy, market socialism, and the Marxist critique. London: Verso.

Miyazaki, H. (1984) On success and dissolution of the labour-managed firm in the capitalist conomy. Journal of Political Economy, 92(5), 909-931.

Ranciere, J. (1989). The nights of labour: The workers’ dream in nineteenth century France. Philadelphia: Temple University Press.

Raunig, G. (2007). Art and revolution: Transversal activism in the long twentieth century. New York: Semiotext(e).

Ross, A. (2003) No collar: The human workplace and its hidden costs. New York: Basic Books.

Shukaitis, S. (2008). Dancing amidst the flames: Imagination and self-organization in a minor key. Organization, 15(5), 743-764.

Sitirin, M. (Ed.). (2006). Horizontalism: Voices of popular power in Argentina. Oakland: AK Press.

Spivak, G.C. (1985) Scattered Speculations on the Question of Value. Diacritics, 15(4), 73-93.

Strange, G. & Shorthouse, J. (2004). The new cultural economy, the artist and the social configuration of autonomy. Capital & Class, 84, 43-59.

Terranova, T. (2004). Network culture: Politics for the information age. London: Pluto Press.

Thoburn, N. (2003). Deleuze, Marx, and politics. London: Routledge.

Thornley, J. (1981). Workers’ cooperatives. London: Heineman Educational Books Ltd.

Vallas, S.P. (2003). Why teamwork fails: Obstacles to workplace change in four manufacturing plants. American Sociological Review, 68(2), 223-250.

Vaneigem, R. (n.d.). From wildcat strike to total self-management. In Collection of desires (pp. 51-82). Richmond, VA: Paper Street. ΕλληνικήέκδοσηΔιεθνήςΒιβλιοθήκηΑπότηνΆγριααπεργίαστηνολικήαυτοδιεύθυνση

Vaneigem, R. (1994). The movement of the free spirit. New York: Zone Books.

Vanek, J. (1970). The general theory of labour-managed market economies. Ithaca: Cornell University Press.

Vanek, J. (1975). Self-management economics: Economic liberation of man. Hammondsworth: Penguin.

Vanek, J. (1977). The labour-managed economy. Ithaca: Cornell University Press.

Verba, S. & Shabad, G. (1978). Workers’ councils and political stratification: The Yugoslav experience. American Political Science Review, 72(1), 80-95.

Vercellone, C. (2008). The new articulation of wages, rent, and profit in cognitive capitalism. Generation Online. http://www.generation-online.org/c/fc_rent2.htm

Virno, P. (2004). A grammar of the multitude: For an analysis of contemporary forms of life. New York: Semiotext(e). Ελληνική έκδοση Γραμματική του πλήθους. Για μία ανάλυση της σύγχρονων μορφών ζωής Οδδυσέας Αλεξάνδρεια 2007

Wiener, H. & Oakeshott, R. (1987). Worker-owners: Mondragon revisited. London: George Over Ltd.

Wright, D. (1979). Cooperatives & community: The theory and practice of producers Cooperatives. London: Bedford Square Press.

© I for Interview team

Σε περίπτωση που επιλέξατε να αναδημοσιεύσετε κάποιο κείμενό μας στο δικό σας site, σας ευχαριστούμε ιδιαίτερα εκ των προτέρων για την προτίμηση! Ωστόσο,  να σας υπενθυμίσουμε το πόσο ευχάριστο και δίκαιο είναι να ακολουθούνται οι δεοντολογικοί κανόνες που ορίζουν τη σωστή και λειτουργική αναφορά στην αρχική  πηγή ( δλδ. αναγραφή πλήρους ονόματος του site μας και ενεργό link που ανακατευθύνει στο πρωτότυπο άρθρο). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζετε τον κόπο και τη δουλειά μας και σας ευχαριστούμε διπλά!

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Workerland

Στην Κορυφή