fbpx

Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

Ο George Orwell για τους κινδύνους του εθνικισμού

στo Mind Opener

Θέλω να λαμβάνω τα νέα άρθρα του IforINTERVIEW με e-mail.

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο LitHub 
Προσαρμοσμένο από το βιβλίο Between the Bullet and the Lie: Essays on Orwell (AK Press, 2017). Ο Kristian Williams είναι
συγγραφέας.
Μετάφραση: Δημήτρης Πλαστήρας.

Ο George Orwell ξεκινά το δοκίμιο του «Σημειώσεις πάνω στον Εθνικισμό» με την παραδοχή πως ο εθνικισμός δεν είναι στην πραγματικότητα η κατάλληλη λέξη, αλλά κάτι  σαν παρεμφερής όρος για αυτό που θα ανέλυε.

Εξηγεί:

«Με τον ‘εθνικισμό’ εννοώ πρώτα από όλα την συνήθεια να υποθέτουμε πως τα ανθρώπινα όντα μπορούν να κατηγοριοποιηθούν, όπως τα έντομα και πως σύνολα εκατομμυρίων ή δεκάδων εκατομμυρίων μπορούν να τυποποιηθούν ως «καλοί» ή «κακοί». Δεύτερον – και αυτό είναι πιο σημαντικό – εννοώ την συνήθεια της ταύτισης του εαυτού μας με ένα μόνο έθνος ή άλλη μονάδα, τοποθετώντας πέρα από καλό ή κακό και μη αναγνωρίζοντας κανένα άλλο καθήκον παρά μόνο την προώθηση των συμφερόντων
της.»

Αλλού περιγράφει τον εθνικισμό απλά ως «την παρανοϊκή σύγχρονη συνήθεια της ταύτιση του εαυτού μας με μεγάλες μονάδες εξουσίας και βλέποντας τα πάντα με όρους ανταγωνιστικού κύρους.»

Γράφοντας αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και στην αρχή μόλις της περιόδου της αποαποικιοκρατικοποίησης, ο Orwell επέλεξε τον εθνικισμό – αντί του σωβινισμού ή του φανατισμού – για βάσιμους, αλλά ιστορικά συγκεκριμένους λόγους.
Σήμερα ίσως να είχε επιλέξει τον «φονταμενταλισμό», αν και είναι εξίσου μακριά από το ειδικό νόημα που θέλει να εκφράσει. Αργότερα δημιούργησε ένα ολόκληρο λεξιλόγιο για να περιγράψει αυτή τη διαδικασία σκέψης: μαύροάσπρο, εγκλημαστοπ, διπλοσκέψη, καλοσκέψη. Το σημαντικό είναι το είδος πρόσδεσης στις εθνικιστικές φόρμες, όχι το ιδιαίτερο αντικείμενο αυτής της πρόσδεσης: «το συναίσθημα για το οποίο μιλάω δεν απευθύνεται πάντοτε σε αυτό που αποκαλούμε έθνος… Μπορεί να προσδεθεί σε μια εκκλησία ή μια τάξη, ή μπορεί να δουλεύει με μια πλήρως αρνητική έννοια, εναντίον κάποιου ή άλλου και δίχως την ανάγκη για κάποιο θετικό αντικείμενο αφοσίωσης.»

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο Orwell αναφέρει τρία «βασικά χαρακτηριστικά της εθνικιστικής σκέψης»:

1. «Εμμονή. Σχεδόν πάντοτε, ποτέ κανένας εθνικιστής δεν σκέφτεται, μιλά ή γράφει για τίποτα πέρα από την ανωτερότητα της δικής του μονάδας εξουσίας.» Η ιδιαίτερη αποστολή του είναι να αποδείξει πως το έθνος που διάλεξε είναι από κάθε άποψη καλύτερο από τους αντιπάλους του. Ακόμη και στα τελικά όρια της αληθοφάνειας, κάθε ερώτημα μπορεί να εντοπιστεί προς τα πίσω, σε αυτό το
κεντρικό ζήτημα. Καμιά λεπτομέρεια δεν είναι αδιάφορη, κανένα γεγονός δεν είναι ουδέτερο.

2. «Αστάθεια». Το περιεχόμενο του πιστεύω του εθνικιστή, ακόμη και το αντικείμενο της αφοσίωσής του, είναι αντικείμενο αλλαγών, όπως και οι συνθήκες. «Αυτό που μένει σταθερό στον εθνικιστή είναι η ίδια του η ψυχοσύνθεση» – ο αδιάκοπος, απλουστευτικός, ασυμβίβαστος ζήλος. Η ουσία είναι να κρατά κανείς τον εαυτό του, συνεχώς σε μια ξέφρενη κατάσταση γύρω από προσποιητούς διαγωνισμούς τιμής, είτε ξεσπούν σε σπασμούς οργής γύρω από υποθετικές προσβολές ή σε σαδιστική έκσταση γιορτάζοντας κάποιο νέο θρίαμβο. Είναι η ένταση της εμμονής που έχει σημασία, όχι ο προσχηματικός στόχος.

3. «Αδιαφορία προς την πραγματικότητα». Οι εθνικιστές επιτυγχάνουν ενστικτωδώς το επίπεδο εκείνο της διπλοσκέψης που οι κάτοικοι του Αεροδιαδρόμου Ένα καλλιεργούσαν με συνειδητή προσπάθεια: «Ο εθνικισμός είναι δίψα για δύναμη, σφυρηλατημένη με αυταπάτη. Κάθε εθνικιστής είναι ικανός για την πιο ξεδιάντροπη ατιμία, αλλά είναι και – μιας και στη συνείδηση του εξυπηρετεί κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – πέρα από κάθε αμφιβολία σίγουρος πως έχει δίκιο». Η βασική του πίστη, αισθάνεται βέβαιος, πρέπει να είναι αλήθεια, έτσι λοιπόν, τα γεγονότα πρέπει να προσαρμόζονται ώστε να ταιριάζουν σε αυτή.

Ο Orwell κατατάσσει τις κύριες μορφές του εθνικισμού ως «Θετικό Εθνικισμό» (που είναι για την ίδια τη χώρα κάποιου, π.χ. Κέλτικος εθνικισμός ή Σιωνισμός), «Αρνητικός Εθνικισμός» (που είναι εναντίον κάποιας άλλης ομάδας, για παράδειγμα ο Αντισημιτισμός ή ο Τροτσκισμός στην καθαρή αντι-Σοβιετική εκδοχή του), και ο «Μεταφερόμενος Εθνικισμός» (την ταύτιση κάποιου με μια φυλή, τάξη ή χώρα – την εποχή του Orwell συνήθως την ΕΣΣΔ – άλλη από τη δική του). Φυσικά, είναι δυνατό να έχεις οποιαδήποτε από αυτές τις πεποιθήσεις και να μην είσαι εθνικιστής με την οργουελλιανή έννοια του όρου. Το πρόβλημα δεν είναι εγγενές σε κάποιο συγκεκριμένο σώμα σκέψεων, όπως καμιά ιδιαίτερη θεωρία δεν εγγυάται την ανοσία σε αυτό. Το ζήτημα είναι λιγότερο το φιλοσοφικό περιεχόμενο και περισσότερο ο υποκειμενικός τρόπος που το άτομο σχετίζεται με αυτή. Ο εθνικιστής έχει το ιδιαίτερο του δόγμα, όχι μόνο ως την αδιαμφισβήτητη αλήθεια, αλλά ως το απόλυτο μέτρο με το οποίο κρίνεται η αλήθεια. Η έκτασή του δεν περιορίζεται σε ηθικά ή πολιτικά γεγονότα, και όλα τα ερωτήματα, είτε πρακτικά, είτε αξιακά, μπορούν να απαντηθούν εκ των προτέρων με την μνημόνευση του εθνικιστικού πιστεύω – ή, ακριβέστερα, του «ανταγωνιστικού κύρους» της «μονάδας δύναμης» στην οποία έχει αφοσιώσει τον εαυτό του.

Οι κίνδυνοι της εθνικιστικής σκέψης επεκτείνονται πολύ πιο πέρα από κάποιο συγκεκριμένο σφάλμα, και ακόμη πιο μακριά από τα κινήματα που μολύνονται από αυτόν. Μόλις ο εθνικισμός εξαπλωθεί πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο, θα προσπαθήσει να υποβιβάσει την συνολική ποιότητα του πολιτικού διαλόγου, και ως συνέπεια και της πολιτικής σκέψης – και επειδή καμιά σκέψη ή γεγονός δεν είναι άσχετα με τις εθνικιστικές φιλοδοξίες, τελικά κάθε σκέψη.

Σε αυτό που μάλλον είναι το πιο αποκαρδιωτικό απόσπασμα του ημερολογίου του, ο Orwell έγραψε:

Πνιγόμαστε στη βρώμα. Όταν μιλάω σε οποιονδήποτε ή διαβάζω τα γραπτά από οποιονδήποτε έχει κάτι να πει, νοιώθω πως η διανοητική εντιμότητα και η ισορροπημένη κρίση έχει απλά εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης. Η σκέψη όλων είναι εισαγγελική,
ο καθένας απλά προωθεί μια «θέση» με εσκεμμένη φίμωση ης άποψης του αντιπάλου, και επιπλέον, με απόλυτη απαξίωση προς κάθε βάσανο πέρα από αυτά του ίδιου και των φίλων του… Κάποιος μπορεί να το παρατηρήσει στην περίπτωση ανθρώπων που κάποιος διαφωνεί μαζί τους, όπως οι φασίστες ή οι πασιφιστές, αλλά στην πραγματικότητα όλοι είναι το ίδιο, τουλάχιστον όλοι όσοι έχουν απόλυτη άποψη. Όλοι είναι ανέντιμοι, και ο καθένας είναι απόλυτα σκληρός προς ανθρώπους που είναι έξω του στενού κύκλου των δικών του συμφερόντων και συμπαθειών. Αυτό που είναι εντυπωσιακότερο όλων, είναι ο τρόπος που η συμπάθεια μπορεί να ανοίξει ή να σβήσει σαν ένα είδος διακόπτη ανάλογα με την πολιτική σκοπιμότητα. Δεν λέω για τα ψέματα για την επίτευξη πολιτικών στόχων, αλλά για πραγματικές αλλαγές σε υποκειμενικά συναισθήματα. Δεν υπάρχει όμως κάποιος που να έχει και αποκρυσταλλωμένη γνώμη και ισορροπημένη αντίληψη; Στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλοί, αλλά είναι ανίσχυροι. Όλη η εξουσία είναι στα χέρια παρανοϊκών.

Ο πολιτικός διάλογο, σε ένα τέλειο πλαίσιο, δεν μπορούν να αποτελέσει τρόπο να φτάσει κάποιος στην αλήθεια, να κατορθώσει ένα κάποιο βαθμό αμοιβαίας κατανόησης, ή να πείσει άλλους για την δική του άποψη, ή ακόμη να κάνει τον εαυτό του κατανοητό.
Αντίθετα είναι ένα είδος παιχνιδιού στο οποίο τόσο η νίκη και τα ρίσκα είναι κυρίως φανταστικά. Ο Orwell ανέλυσε τα κίνητρα του εθνικιστή: «Αυτό που θέλει είναι να αισθανθεί πως η δική του μονάδα επικρατεί πάνω σε μια άλλη μονάδα, και πιο εύκολα
μπορεί να το κάνει αυτό με την επίθεση σε ένα αντίπαλο παρά με την εξέταση των γεγονότων για να δει αν τον στηρίζουν». Μιας και οι δυο πλευρές είναι, κατά κανόνα, εξίσου «αδιάφορες για το τι συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο», το αποτέλεσμα τέτοιων
διαφωνιών «είναι πάντοτε εντελώς δίχως αποτέλεσμα», και «ο κάθε διεκδικητής δίχως εξαίρεση πιστεύει πως ο ίδιος έχει κερδίσει τη νίκη».

Σε ένα τέτοιου είδους διαγωνισμού είναι σχεδόν αναπόφευκτο πως οι φαντασιώσεις έρχονται να αντικαταστήσουν τα γεγονότα, οι πλάνες υπερισχύουν των επιχειρημάτων, και η συκοφαντία γίνεται η προτιμώμενη τακτική σε όλες τις πλευρές. Μια ομίχλη
αβεβαιότητας σύντομα κάθεται πάνω από κάθε άποψη, «που το κάνει όλο και δυσκολότερο να ανακαλύψεις τι στην πραγματικότητα συμβαίνει», και έτσι «το κάνει ευκολότερο να γραπωθείς από παρανοϊκές απόψεις. Επειδή τίποτα δεν αποδεικνύεται ή καταρρίπτεται, το πιο αδιαμφησβήτητο γεγονός μπορεί με ευκολία να απορριφθεί». Αλλά δεν πειράζει. Η αμφιβολία γρήγορα κατακρημνίζεται σε αδιαφορία. Τα γεγονότα επιλέγονται ή καταστέλλονται ώστε να στηριχθεί μια θέση, να υπάρξει ανάγκη, τα
αναγκαία γεγονότα απλά εφευρίσκονται ή, αντίθετα, σβήνονται.

Αυτό που ανησυχούσε τον Orwell κυρίως, ήταν πως μεμονωμένοι άνθρωποι – ίσως και εκατομμύρια από αυτούς – μπορεί να αντλήσουν την αίσθηση ολότητας τους με την εθελοντική υποταγή σε ασταθή δόγματα, αντί του σεβασμού για την αλήθεια ή τις
απαιτήσεις της συνείδησης κάποιου. Μπορεί στη συνέχεια να σταματήσουν να αναγνωρίζουν πως τέτοια πράγματα, όπως η κατασκευή αποδείξεων και η συκοφάντηση του αντιπάλου είναι απαράδεκτα – ή ακόμη και άτιμα. Βρήκε την σκέψη «τρομακτική… γιατί συχνά μου δίνει την αίσθηση πως η ίδια η έννοια της αντικειμενικής αλήθειας σβήνεται από τη γη». Στο 1984 οδηγεί την τάση αυτή στη λογική της κατάληξη.

Ο O’Brian, το στέλεχος του Εσωτερικού Κόμματος, ο δάσκαλος-βασανιστής, κάνει κατήχηση στον δύστυχο Winston Smith στο κελί του στο Υπουργείο Αγάπης:

«Εμείς, το Κόμμα, ελέγχουμε όλα τα αρχεία και ελέγχουμε όλες τις αναμνήσεις… ελέγχουμε το παρελθόν… Εσύ νομίζεις πως η πραγματικότητα είναι κάτι αντικειμενικό, εξωτερικό, αυθύπαρκτο… Αλλά, Winston, σου λέω πως η πραγματικότητα δεν είναι
εξωτερική. Η πραγματικότητα υπάρχει στο ανθρώπινο μυαλό και πουθενά αλλού. Όχι στο μεμονωμένο μυαλό, που μπορεί να κάνει λάθη, και σε κάθε περίπτωση σύντομα χάνεται. Μόνο στο μυαλό του Κόμματος, που είναι συλλογικό και αθάνατο. Ότι πιστεύει
το Κόμμα πως είναι αλήθεια είναι ή αλήθεια. Είναι αδύνατο να δεις την αλήθεια, παρά μόνο κοιτώντας μέσα από τα μάτια του Κόμματος».

Στο τέλος, ο Winston τσακίζεται. Προσηλυτίζεται στην άποψη του Κόμματος. Κάποτε είχε γράψει πως «Ελευθερία είναι η ελευθερία το να λες δυο και δυο κάνουν τέσσερα», Αλλά τελικά μαθαίνει πως «μερικές φορές είναι πέντε. Μερικές φορές είναι τρία. Μερικές
φορές είναι όλα αυτά ταυτόχρονα». Η αφοσίωση του στο Κόμμα εξασφαλίζεται από – καλύτερα, είναι ταυτόσημη – με την παράδοση της δικής του κρίσης.

Όπως με τις οδηγίες του για την βελτίωση το κακό γράψιμο, η στρατηγική του Orwell για την αντιμετώπιση των απατών του εθνικισμού, είναι το να μας διδάξει πως να τις αναγνωρίζουμε, και να μετά να κάνει επίκληση στην δική μας ορθή σκέψη. Το πρώτο
βήμα, γράφει, είναι μάλλον η αναγνώριση των δικών μας ατελειών, σφαλμάτων και προκαταλήψεων.

Γράφει:

«Όσο για τις εθνικιστικές αγάπες και μίση για τα οποία έχω μιλήσει, είναι κομμάτια αυτών που αποτελούν λίγο πολύ τον καθένα μας, είτε μας αρέσει, είτε όχι. Αν είναι δυνατό να απαλλαγούμε από αυτά δεν το γνωρίζω, αλλά πιστεύω πως είναι δυνατό να παλεύουμε
εναντίον τους, και αυτό είναι ουσιαστικά μια ηθική προσπάθεια. Είναι ερώτημα πρώτα από όλα ανακάλυψης όλων όσων είναι κάποιος, και ποια είναι πραγματικά τα συναισθήματα του, και στη συνέχεια να συνυπολογίζει την αναπόφευκτη προκατάληψη… Οι συναισθηματικές ορμές που είναι αναπόφευκτες, και είναι ίσως αναγκαίες για την πολιτική δράση, πρέπει να είναι ικανές να υπάρχουν δίπλα δίπλα με μια αποδοχή της πραγματικότητας».

Κάποιος μπορεί να μην είναι ικανός να αποφύγει την προκατάληψη, αλλά δεν είναι αναγκαίο να υιοθετήσει την προκατάληψη ως αρχή. Κάποιος μπορεί, αν όχι κάτι άλλο, να αρνηθεί την παράδοση της δικής του προσωπικής κρίσης. Αυτό είναι εν μέρει θέμα
χαρακτήρα: την ικανότητα διακρίνουμε μεταξύ τι θες και τι γνωρίζεις, «η δύναμη αντιμετώπισης δυσάρεστων γεγονότων», η θέληση για ζωή δίχως παρηγορητικά ψέματα. Ίσως αυτό που χρειάζεται περισσότερο από όλα είναι η συνεχιζόμενη πίστη στην ύπαρξη
μια αντικειμενικής αλήθειας ενώ διατηρείται ένας αυστηρός, απαιτητικός σκεπτικισμός που αφορά όλους τους ισχυρισμούς της κατοχής της.

Αυτό δεν είναι όμως παρά μερική λύση. Μπορεί να βοηθά ένα μεμονωμένο μυαλό να παραμείνει καθαρό και τίμιο, αλλά κάνει ελάχιστα να αλλάξει την συνολική ατμόσφαιρα. Ο Orwell το συνειδητοποίησε αυτό, και όμως προς το τέλος της ζωής του το ερώτημα
ατομικής σκέψης έγινε το βασικό του ενδιαφέρον. Αντιμέτωπος με την συνεχιζόμενη απειλή του αυταρχισμού, ο Orwell κατέληξε να βλέπει τον αγώνα για ελευθερία να υπάρχει, όχι μόνο μεταξύ τάξεων και εθνών, αλλά πρώτα και ίσως πολύ πιο σημαντικά
μέσα «στα λίγα κυβικά εκατοστά μέσα στο κρανίο σας».

Απόσπασμα:

Σχεδόν πάντοτε, ποτέ κανένας εθνικιστής δεν σκέφτεται, μιλά ή γράφει για τίποτα πέρα
από την ανωτερότητα της δικής του μονάδας εξουσίας. Η ιδιαίτερη αποστολή του είναι
να αποδείξει πως το έθνος που διάλεξε είναι από κάθε άποψη καλύτερο από τους
αντιπάλους του. Καμιά λεπτομέρεια δεν είναι αδιάφορη, κανένα γεγονός δεν είναι
ουδέτερο. Το περιεχόμενο του πιστεύω του εθνικιστή, ακόμη και το αντικείμενο της
αφοσίωσής του, είναι αντικείμενο αλλαγών, όπως και οι συνθήκες. Η ουσία είναι να
κρατά κανείς τον εαυτό του, συνεχώς σε μια ξέφρενη κατάσταση γύρω από
προσποιητούς διαγωνισμούς τιμής, είτε ξεσπούν σε σπασμούς οργής γύρω από
υποθετικές προσβολές ή σε σαδιστική έκσταση γιορτάζοντας κάποιο νέο θρίαμβο. Είναι
η ένταση της εμμονής που έχει σημασία, όχι ο προσχηματικός στόχος. Η βασική του
πίστη, αισθάνεται βέβαιος, πρέπει να είναι αλήθεια, έτσι λοιπόν, τα γεγονότα πρέπει να
προσαρμόζονται ώστε να ταιριάζουν σε αυτή.

Πηγή: manifesto-library.espivblogs.net

© I for Interview team

Σε περίπτωση που επιλέξατε να αναδημοσιεύσετε κάποιο κείμενό μας στο δικό σας site, σας ευχαριστούμε ιδιαίτερα εκ των προτέρων για την προτίμηση! Ωστόσο,  να σας υπενθυμίσουμε το πόσο ευχάριστο και δίκαιο είναι να ακολουθούνται οι δεοντολογικοί κανόνες που ορίζουν τη σωστή και λειτουργική αναφορά στην αρχική  πηγή ( δλδ. αναγραφή πλήρους ονόματος του site μας και ενεργό link που ανακατευθύνει στο πρωτότυπο άρθρο). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζετε τον κόπο και τη δουλειά μας και σας ευχαριστούμε διπλά!

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Mind Opener

Στην Κορυφή