Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

Παραίτηση ή c’est la Bérézina

στo Χαρτοφύλακας

Θέλω να λαμβάνω τα νέα άρθρα του IforINTERVIEW με e-mail.

«Είμαι αλήτης, κοίτα με, μπορώ χωρίς τη λέξη νοικοκύρης!»

Είναι μεσοβδόμαδα, βράδυ, σχεδόν μεσάνυχτα κι ο πληροφοριακός υπερεργάτης υπνοβατεί. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για την αποκατάσταση μιας τάξης πραγμάτων, ζει σε πλήρη έκταση τον εφιάλτη του off-world: έξω από τα όρια του σταθερά οικοδομημένου κόσμου ονειρεύεται ξανά και ξανά τη μέρα της παραίτησης.

Με σύνεση έχει προβλέψει όλες εκείνες τις λεπτομέρειες ενός φαινομενικά χαμηλής προτεραιότητας meeting invite που θα στείλει στο διευθυντή του. Στο πεδίο subject σκέφτεται να συμπληρώσει κάτι γενικόλογο όπως «internal» ή «quick catch-up» και στο πεδίο location να ορίσει ένα ουδέτερο έδαφος: «4th floor meeting room». Ctrl+Enter.

Φαντάζεται τα βλέμματα των συναδέλφων να τον ακολουθούν καθώς κατευθύνεται στο γραφείο του διευθυντή για να κοντοσταθεί στην πόρτα του και να υπενθυμίσει τη συνάντησή τους. Εκείνος, εκτιμώντας ότι μπροστά του έχει να διαχειριστεί ένα ακόμη αίτημα αύξησης ή την έγκριση μιας νέας εταιρικής παροχής, ίσως αντιπροτείνει με ευχάριστο τόνο «ας μιλήσουμε εδώ». Η καρέκλα του, οι πιστοποιήσεις του τμήματος και τα διαπιστευτήρια των συνεργατών στους τοίχους του γραφείου του είναι ό,τι η φαντασία της διευθυντικής τάξης κατέκτησε βασιζόμενη στην ηγεμονία των ελιγμών της. Οι λέξεις «θα πρέπει να το δω με τον γενικό, το σημειώνω και θα επανέλθω» είναι γνήσιο παράδειγμα μιας τέτοιας ανειλικρινούς διεξόδου διαθέσιμης για καθημερινή χρήση. Τη βεβαιότητα του διευθυντικού μάντρα δύναται να κλονίσει μόνο η σταθερή φωνή του διευθυνόμενου· το «κανόνι», η παραίτηση, μια μονομερής ενέργεια που πηγάζει από τις —εγγενώς βίαιες— τυχαίες μεταβλητές του επιχειρείν…

Ένα δάκρυ κυλά στα μάτια του υπνοβάτη στη σκέψη του διαρκώς κοντινού του μέλλοντος. Έχει ταυτίσει την υπομονή του με αυτή ενός ναυαγού· τα ίδια ερωτήματα τον ταλαιπωρούν: «ποια είναι η καταλληλότερη εποχή; θα βρω την ιδανική μέρα και ώρα συντονισμού με την άμπωτη; υπάρχει κάποιο πλοίο στα ανοιχτά αρκετά πρόθυμο να περισυλλέξει μια ξεθωριασμένη ανθρώπινη ανάμνηση;». Βαθιά μέσα του ξέρει: ο ήλιος λάμπει για όλο τον κόσμο κι έτσι, ακόμα κι αν τα βράδια του κυριαρχούνται από το άγχος της προσμονής ή το πάθος της εργασίας, θα ‘ρθει η στιγμή που η νέα διεύθυνση προσωπικού θα επικοινωνήσει μαζί του. Πόσο πολύ αγαπά το άγνωστο και μισεί το γνώριμο!

images

Το επόμενο πρωί πλησιάζει κι η περιπλάνηση δίνει τη θέση της στην υπνεργασία. Στο ενδιάμεσο, συμβαίνει καμιά φορά ο άνθρωπος μέσα του να ψελλίσει: «λοιπόν τι κάνουμε εδώ και πότε θ’ αλλάξει ο κόσμος;». Θυμάται πως, ίσως όχι πολύ καιρό πριν, μιλούσε μπροστά σε ένα πλήθος έτοιμο να τον αγκαλιάσει κι έσφιγγε το μικρόφωνο όλο και πιο δυνατά πρόθυμος να το σπάσει. Ή, πάλι, φαίνεται ν’ αναγνωρίζει φράσεις του στις γραμμές μιας προκήρυξης που μοίραζε μια παρέα παράτολμων σε πρεκάριους, μετανάστες κι εργάτες. Ορκίζεται, ακόμα, ότι έχει μια φωτογραφία ενός χορευτή που στριφογυρίζει για τη ζωή και το θάνατο στο μέτρο των εννέα όγδοων! Αλήθεια, μια παλιά φωτογραφία, ένα στιγμιότυπο μερικών βηματισμών συμπυκνωμένης απελπισίας και χειραφέτησης που μοιάζουν να αντηχούν: «είμαι αλήτης, κοίτα με, μπορώ χωρίς τη λέξη νοικοκύρης!»… Τι σημασία έχει τώρα να ανασκαλεύει αναμνήσεις ένας ακροβάτης της τηλεφωνικής γραμμής, αυτός, ο υπνοβάτης, ο υπνεργάτης, ο ναυαγός;

Οι αναμνήσεις είναι για όταν περάσουν όλα αυτά, όταν, μετά από μια εποχή ανικανοποίητων επιθυμιών, αποσπασματικών απολαύσεων κι άρρητων αρνήσεων, θα ‘χει λίγα λεπτά μες στην αταραξία της Νύχτας. Ίσως ο πόλεμος του χρόνου τον βρει απροετοίμαστο, όρθιο σ’ ένα τραμ, μεσοβδόμαδα, γυρνώντας απ’ τη νέα του δουλειά σ’ ένα υπενοικιασμένο διαμέρισμα κρυμμένο στα προάστια μιας ακόμη μητρόπολης του κυρίαρχου ψέματος. Τότε που θα ‘ναι τόσο κοντά και τόσο μακριά από εκείνη τη συντροφιά της λευτεριάς, της αλήθειας και της δικαιοσύνης και θα ζει δίχως ανάσα (άραγε σαν φάντασμα που νικά χωρίς να πολεμά ή σαν σκιά που πολεμά χωρίς να νικά;)

 

Ταξίδι είν’ η ζωή μας.

Στη Νύχτα, στο Χειμώνα,

Γυρεύουμε το διάβα μας,

Στον άναστρο λειμώνα.

— Άσμα της ελβετικής φρουράς (1793)

Πρώτη δημοσίευση στο: antiauthor.wordpress.com

 

c’est la Bérézina  = 1. it’s a bitter defeat 2. it’s a lost cause

The phrase it does not mean exactly “to meet one’s Waterloo” (which, in English, means something like “to come to a bad end”), but rather, something more like “to go through horrible suffering.” What really stands out about Berezina* was not necessarily that it was a defeat (it could have been worse; Napoleon could have been captured) but that the bitterly cold conditions and lack of resources made it extremely painful for the French troops to endure.

* The Battle of Berezina (or Beresina) took place from 26 to 29 November 1812, between the French army of Napoleon, retreating after his invasion of Russia and crossing the Berezina (near Borisov, Belarus), and the Russian armies under Mikhail Kutuzov, Peter Wittgenstein and Admiral Pavel Chichagov. The battle ended with a mixed outcome. The French suffered very heavy losses but managed to cross the river and avoid being trapped. Since then “Bérézina” has been used in French as a synonym for “disaster.”

 

 

© I for Interview team

Σε περίπτωση που επιλέξατε να αναδημοσιεύσετε κάποιο κείμενό μας στο δικό σας site, σας ευχαριστούμε ιδιαίτερα εκ των προτέρων για την προτίμηση! Ωστόσο,  να σας υπενθυμίσουμε το πόσο ευχάριστο και δίκαιο είναι να ακολουθούνται οι δεοντολογικοί κανόνες που ορίζουν τη σωστή και λειτουργική αναφορά στην αρχική  πηγή ( δλδ. αναγραφή πλήρους ονόματος του site μας και ενεργό link που ανακατευθύνει στο πρωτότυπο άρθρο). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζετε τον κόπο και τη δουλειά μας και σας ευχαριστούμε διπλά!

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Χαρτοφύλακας

Στην Κορυφή