Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

Η δολοφονία Ζακ Κωστόπουλου και η ρητορική μίσους

στo Χαρτοφύλακας

​Την Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου του 2018 ο σύντροφός μας Ζακ Κωστόπουλος δολοφονείται με απίστευτη αγριότητα στο κέντρο της Αθήνας, ύστερα από βιαιότατο ξυλοδαρμό στην προσπάθειά του να διαφύγει από ένα κοσμηματοπωλείο της Ομόνοιας. Μέχρι το μεσημέρι του Σαββάτου 22 του Σεπτέμβρη έχει ήδη όχι απλώς γνωστοποιηθεί ο θάνατός του αλλά και οι αποτρόπαιες συνθήκες του θανάτου του δημοσιοποιούνται μέσα από βίντεο το οποίο κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και ξεσηκώνει οργή από πλήθος κόσμου που τον γνώριζαν αλλά και από όσους είδαν στον θάνατο αυτό τον απόλυτο εκφασισμό της κοινωνίας μας.

Μέσα σε πολύ λίγη ώρα και μάλιστα ήδη στις 6.00 το απόγευμα του Σαββάτου κόσμος συγκεντρώνεται ύστερα από κάλεσμα στον Πολυτεχνείο όπου και αποφασίζεται πορεία διαμαρτυρίας στις 8.00 το απόγευμα. Πάνω από 500 άνθρωποι, στην πλειονότητά τους μέλη της ευρύτερης ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, ακτιβιστές και μη, συνοδοιπόροι του και φίλοι, βρεθήκαμε το βράδυ του Σαββάτου εκεί, χαιρετηθήκαμε, αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε με σφιγμένα τα χείλη, παγωμένα και χωρίς πολλά πολλά λόγια. Επιστρέψαμε στα σπίτια μας οι περισσότεροι εκείνο το βράδυ τσακισμένοι μέσα μας, με τα μάτια στο κενό με μια μίξη φόβου και οργής μαζί, με την αίσθηση της αδυναμίας να διαπραγματευτείς το μέγεθος της αγριότητας και του πόνου που ένα ανθρώπινο κορμί μπορεί να δεχτεί επάνω του πριν εκπνεύσει, πριν παραδώσει και παραδοθεί στην ευαλωτότητά του.

Όμως όλα αυτά παραμένουν γενικότητες. Δεν υπάρχει ούτε μια ανάρτηση, ούτε μια εμπεριστατωμένη είδηση που να διασαφηνίζει με ακρίβεια τις λεπτομέρειες που οδήγησαν στον άγριο ξυλοδαρμό και θάνατο του Ζακ από τα χτυπήματα των δύο, όπως αποδεικνύεται, ανδρών που με μανία και απίστευτο μίσος ξερνούσαν βία επάνω στο ανήμπορο να αντιδράσει σώμα του. Υπάρχει ένα πλήθος από αδιασταύρωτες και αντιφατικές πληροφορίες που κυκλοφορούν από το μεσημέρι του Σαββάτου που σε καμία περίπτωση καθώς περνούν οι ώρες δεν στοιχειοθετούν το κίνητρο της ληστείας ως ευσταθές κίνητρο.

Ποια είναι η ακριβή ώρα κατά την οποία ο Ζακ βρέθηκε τελικά στο σημείο, πώς και με ποιον τρόπο βρέθηκε μέσα στο κοσμηματοπωλείο εφόσον το βίντεο δείχνει πως υπήρχε ακόμα φως της μέρας, η αγορά ήταν ανοιχτή και περνούσε κόσμος, πώς βρέθηκε αυτό το βίντεο, αν υπήρξε κάποιος που με το κινητό βιντεοσκοπούσε εκείνη την ώρα και αν ναι, πώς δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να αντιδράσει σε αυτό που συνέβαινε τη στιγμή εκείνη, αυτά είναι ερωτήματα που θα διασαφηνιστούν δικαστικά, θα μου πείτε. Εχει τεράστια σημασία να σταθούμε πάνω στην άδικη απώλεια, την έννοια της αξιοβίωτης και αναξιοβίωτης ζωής, την κοινοτοπία του κακού (dimArt), την κοινωνική καταδίκη του λιντσαρίσματος (Βαβυλωνία). Πολλοί είπαν ότι δεν έχει καμία σημασία αν μπήκε να ληστέψει ή όχι και πράγματι η πράξη του λιντσαρίσματος από μόνη της δεν είναι απλώς και μόνο καταδικαστέα.

Είναι φριχτά αποτροπιαστική, συνιστά τρομοκρατική επίθεση εναντίον των πλέον ευάλωτων και αναδεικνύει τον έκπτωτο χαρακτήρα μιας κοινωνίας που πριμοδοτεί το δίκιο του ισχυρού στη βάση του σαθρού, αρχέγονου φόβου απέναντι στον παρία ή ακόμα και στη φαντασιωσική κατασκευή του από τον τρόπο που αυτός/αυτή κινείται, το πού βρίσκεται, το πώς κοιτάζει ή το πώς ντύνεται. Ομως η ίδια αυτή λογική δεν εμποδίζει διόλου τα ΜΜΕ να υφάνουν σε χρόνο μηδέν γύρω από το θύμα τον ιστό του στίγματος ως κακοποιού επικίνδυνου για την κοινωνία.

Με παρόμοιο τρόπο το 2012 τα ίδια ΜΜΕ διέσυραν, κακοποίησαν και εξευτέλισαν σε ένα άνευ προηγουμένου ανθρωποκυνηγητό 98 οροθετικές γυναίκες που «λυμαίνονταν τον δημόσιο χώρο» με στόχο την ηθική και φυσική εξόντωσή τους. Με ελάχιστα έως ανύπαρκτα και κατασκευασμένα στοιχεία και οπτικά μέσα –όπως ακριβώς στην περίπτωση της Ηριάννας και του Περικλή– τα ΜΜΕ ασκούν μια ιδιαιτέρως επικίνδυνη θανατοπολιτική.

Διαθέτουν και ασκούν το δικαίωμα να επιβάλλουν τον κοινωνικό και φυσικό θάνατο για ζώντες και νεκρούς στη βάση μιας βιοπολιτικής της πειθάρχησης του κοινωνικού σώματος. Μεθοδευμένα και ήδη από τη δεκαετία του ’90, θυμίζω, με την έλευση των πρώτων οικονομικών μεταναστών από τη γείτονα Αλβανία –μπορεί κανείς να ανατρέξει σε δελτία ειδήσεων της εποχής– τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια (στον χορό της ανθρωποφαγικής τηλεθέασης θα μπουν σύντομα και τα κρατικά) θα επιδοθούν σε μια ανελέητη κούρσα κατασκευής και συντήρησης του φόβου των μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων απέναντι σε κατηγορίες πολιτών που ως υποκουλτούρες πλέον θα συνιστούν απειλή είτε ως εγκληματικά στοιχεία είτε ως ηθικές παρ-εκτροπές είτε ως βιο-κίνδυνος (bio-hazard), ως απειλή δηλαδή της δημόσιας υγείας και κατά συνέπεια της οικογένειας-θεματοφύλακα της «υγιούς» κοινωνίας.

Δεν θα ξεχάσω ειδησεογραφικά πλάνα της εποχής από δελτία του Ευαγγελάτου και του Χατζηνικολάου στα οποία «αγρότης πυροβόλησε Αλβανό για ένα σακί πατάτες» καθώς και πλήθος άλλων όπου ευυπόληπτοι πολίτες και κανάλια τεχνηέντως νομιμοποιούσαν στο συνειδητό της ελληνικής επαρχίας την οπλοκατοχή και οπλοχρησία έναντι αυτής της καινούργιας μάστιγας που βαφτιζόταν Αλβανός λαθρομετανάστης, με όλες τις ξενοφοβικές, ρατσιστικές και εθνικιστικές συνδηλώσεις που θα συνόδευαν μία και μόνο αλλόθρησκη, εθνοτική ομάδα εξαθλιωμένη πάραυτα από την πείνα και τις κακουχίες στην προσπάθειά τους να βρουν μια ασφάλεια.

Σ’ αυτή την έννοια της εξαθλίωσης και της ασφάλειας θα σταθώ παρακάτω. Είμαι σίγουρη πως πολύ σύντομα θα αποδειχθεί πως ο Ζακ βρέθηκε τυχαία μέσα στο κατάστημα και όχι για να το ληστέψει. Και τότε, καθώς θα περάσουμε σε ένα νέο σοκ για τα αντανακλαστικά βίας η κεκτημένη ταχύτητα των οποίων υπακούει σε ένα ωμό ανεπεξέργαστο συναίσθημα (pure affect), το ζωώδες ένστικτο της απειλής και της εγκεφαλικής αυτόματης καταγραφής αυτού που δεν παίρνει τον χρόνο ο εγκέφαλος να καταγράψει αλλού παρά σε ήδη δοσμένες και προκατασκευασμένες κατηγορίες που υπακούν στο υπερβατικό σχήμα καλό/κακό.

Αν δεν είσαι πελάτης κι αν δεν είσαι ο ιδιοκτήτης, τότε τι είδους ύλη εκτός τόπου είσαι – σε ένα κατάστημα ειδών πολυτελείας χωράνε τρεις μόνο κατηγορίες, ο καλός, ο κακός και ο άσχημος. Κι αν δεν είσαι εκεί για να πουλήσεις ούτε για να αγοράσεις, τότε είσαι εκεί για να κλέψεις. Είναι τόσο δυνατή αυτή η μεταφορά και η σύνδεση κοσμηματοπωλείου-κλοπής που ελάχιστοι από εμάς αμφισβητήσαμε στις πρώτες μας αναρτήσεις το κίνητρο της ληστείας χωρίς καν να αναρωτηθούμε αν ο Ζακ όπως τον γνώριζαν πολλοί θα μπορούσε να μπει για να ληστέψει και μάλιστα μέρα μεσημέρι Παρασκευής με ανοιχτά τα γύρω μαγαζιά. Πόσο εύκολα ο Ζακ μαζί με τον άγριο κι αδιανόητα άδικο θάνατό του θα φέρει μαζί –και για πόσο καιρό μετά τη δικαστική απόφαση– και το στίγμα του «περιθωριακού» επίδοξου ληστή.

Το πρόβλημα με αυτό το στίγμα του περιθωρίου είναι ότι λειτουργεί εξαιρετικά νομιμοποιητικά της άσκησης οποιασδήποτε μορφής βίας – η λεγόμενη «πάταξη» της εγκληματικότητας στο κέντρο της Αθήνας δεν αποτελεί απλώς μια εκάστοτε πολιτική υπόσχεση αλλά και φαντασιακά, συμβολικά ανάγεται σε καθήκον του νομοταγούς πολίτη που δίχως συνείδηση πολιτικού πολιτισμού, ταυτίζεται με τον ίδιο τον νόμο, ενώ ταυτόχρονα αναλαμβάνει να καλύψει εγκαίρως τα κενά της Δικαιοσύνης. Επικαλείται άραγε εκεί αυτή ακριβώς τη νομιμοποιητική λειτουργία του φόβου πάνω στο σχήμα «θα-σε-λιώσω-σα-σκουλήκι-καριόλη» και του νόμου – ίσως πάνω στην ίδια λογική τού ότι «σ’ αυτή τη χώρα τίποτα δεν λειτουργεί σωστά». Με την ίδια ακριβώς λογική που συνομιλητής μου επιχειρηματολόγησε υπέρ της ψήφου του στη Χ.Α. «για να έχω μέσα κάποιον να τους συμμαζέψει», εννοώντας μια ομάδα τραμπούκων μέσα στην ίδια τη Βουλή που τα υπόλοιπα «λαμόγια» (πολιτικοί και κόμματα) θα φοβούνται «να ξεπουλήσουν εθνικά συμφέροντα, να φέρουν μέσα κι άλλους λαθρομετανάστες».

Η ίδια λογική είναι που διέπει και την αντίληψη για τη χώρα την ίδια ως ατομική, οικογενειακή περιουσία σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ένα μεγαλύτερο σε μέγεθος κατάστημα-αδαμαντωρυχείο που ωσάν τα κοράκια αναμένουν οι ληστρικοί γείτονες να υφαρπάξουν. Με το ίδιο ακριβώς μένος και μίσος συνομιλητής μου στη Θεσσαλονίκη προασπιζόταν το καθαρό και αναφαίρετο δικαίωμά του –ένας ακόμα προστάτης οικογενείας, συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος από το αστικό του προπύργιο στο παλιό καλό δεξιό θεσσαλονικιώτικο κέντρο, προίκα από καλό γάμο σπίτι– να «αντισταθεί» στη σκοπιανή απειλή «που υφαρπάζοντας το όνομα Μακεδονία» θα υφαρπάξουν εδάφη εφόσον η αντεθνική, ανθελληνική και αντιπατριωτική Συριζαϊκή κυβέρνηση το επιτρέψει.

Εχοντας αναψοκοκκινίσει από το μένος και την οργή, εμφανώς ο άνθρωπος αυτός πιστεύει βαθιά σε μια αόρατη απειλή με σαφή εθνοτικά χαρακτηριστικά τα οποία εις άγραν ταυτότητος θα συγκροτηθούν γύρω από τον κοινό σκοπό να βιάσουν την ήδη ευάλωτη εθνική ακεραιότητα. Ο Σκοπιανός και ο Τούρκος εδώ στα βόρεια είναι ο εχθρός. Μην είναι όμως και τα λόγια του παπά που πιάσαν τόπο; Η πανηγυρική αθώωση του Αμβρόσιου που έθεσε ως νόμιμο ένα καταιγιστικό υβρεολόγιο-παραλήρημα μίσους, που ακύρωσε και «άδειασε» στην κυριολεξία ολόκληρο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο;

Γιατί στην πορεία μας να μην υπάρχει ΕΝΑ σύνθημα που να αναζητά την πολιτική ευθύνη στην αθώωση του Αμβρόσιου για υποδαύλιση μίσους; Η ρητορική του μίσους είναι μια πρακτική που θέλει να εφαρμοστεί κατά βούληση πάνω σε κάθε μειονοτική ομάδα. Οι νοικοκυραίοι δεν είναι σαφώς μια ομοιογενής και εξ ορισμού εξουσιαστικά κυρίαρχη έννοια και θα συμφωνήσω πως παρά τη στρατηγική σημασία που έχει η πολιτικοποίηση της πατριαρχικής οικογένειας ως φορέα άσκησης εξουσίας και καταστολής, ωστόσο είναι πολύ εύκολο να χρησιμοποιηθεί μέσα στο αφαιρετικό της σχήμα η «ελληνική κοινωνία» [θυμάμαι εδώ τα λόγια της Θάτσερ «Τhere is no such thing as society; only families and individuals» (Δεν υπάρχει αυτό που λέμε κοινωνία.

Μόνο οικογένειες και άτομα)] ως κοινωνία-οικογένεια-άτομα έξω από την πολιτική, έξω από την ιδεολογία, προκειμένου να στραφεί αλλού η συζήτηση και καθώς πάμε να αναζητήσουμε τη ρίζα του προβλήματος στην κοινωνική μας συνείδηση να αφήσουμε ανοιχτό το παράθυρο να δραπετεύσει ανενόχλητα κάθε είδους πολιτική ευθύνη. Και τι εννοώ μ’ αυτό: Προβληματιστήκαμε όλοι και τοποθετηθήκαμε άπαντες πάνω στην τοξικοεξάρτηση, την οροθετικότητα και την ομοφυλοφιλία ως στοιχεία συγκροτητικά της ευάλωτης ζωής, εν προκειμένω του ανθρώπου που δολοφονήθηκε.

Το προηγούμενο Λοβέρδου έγινε μάθημα και σε εμάς να μην ξεχνάμε, αλλά ποιος με διαβεβαιώνει ότι δεν δασκάλεψε καλά σε αξίες και το «υγιές» κομμάτι που το τότε πογκρόμ κλήθηκε να προστατεύσει. Ο Ζακ όμως ξεκάθαρα δολοφονήθηκε από ξυλοδαρμό, δηλαδή λιντσάρισμα άγριο και με εμφανές το μίσος ακόμα και σε όσους δεν είδαν το βίντεο. Τα συνθήματα της πορείας μας έκαναν λόγο για τοξικοφοβία, ωστόσο δεν είμαι σίγουρη αν το δεύτερο συνθετικό της λέξης δεν έρχεται έμμεσα να δικαιολογήσει ουσιαστικά την ομολογία «το έκανα από φόβο, τον έδειρα επειδή φοβόμουν (για την αρρώστια, να μη μολυνθώ) και κατά συνέπεια «το έκανα από άμυνα» (επίσης θα συμφωνήσω με ανάρτηση ότι η άμυνα είναι ένας πολύπλοκος νομικός όρος που δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται άκριτα).

Η κοινή λογική (αν μπορεί κανείς να επικαλεστεί κάτι τέτοιο) λέει ότι το να ξυλοκοπήσεις βάναυσα έναν άνθρωπο ήδη σωματικά ευάλωτο, ειδικά αν έχεις θεωρήσει ορθώς ή εσφαλμένα ότι είναι υπό την επήρεια ουσιών, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συνιστά άμυνα, άμυνα από τι και απέναντι σε τι; Υποδηλώνει ταυτόχρονα μια πλήρη απαξίωση όλων των έννομων μέσων για τη διαφύλαξη και προστασία της περιουσίας σου. Υποδηλώνει πως με κάποιον άρρητο τρόπο έχεις μέσα σου ήδη και αυθαίρετα νομιμοποιήσει το υποτιθέμενο αυτό δικαίωμά σου να πατήσεις στο κεφάλι και να ισοπεδώσεις μια ανθρώπινη ζωή.

Εσπευσε λοιπόν αθηναϊκό ραδιόφωνο το πρωί της Δευτέρας να ανακοινώσει αποτελέσματα έρευνας (τώρα πότε πρόλαβε να γίνει και δημοσιευτεί και πού και γιατί η έρευνα αυτή είναι ένα ζήτημα) που αφορά «ανησυχητικά αποτελέσματα σχετικά με τις αξίες των Ελλήνων πολιτών, σύμφωνα με την οποία 7 στους 10 Ελληνες δεν θα ήθελαν για γείτονα τοξικοεξαρτημένο, μετανάστη ή ομοφυλόφιλο άτομο».

Αυτόματα δύο πράγματα μου έρχονται στο μυαλό. Αν στο κεφάλι των πολλών η εικόνα που έχουν για τον τοξικοεξαρτημένο, τον μετανάστη ή/και τον (πάντα ΤΟΝ) ομοφυλόφιλο ή η εικόνα που υπονοεί μια τέτοια ερώτηση είναι η εικόνα της εξαθλίωσης, τότε ποιος πραγματικά θα επιθυμούσε, θα επεδίωκε, θα καλοπερνούσε γειτνιάζοντας με την εξαθλίωση, δηλαδή με το περιθώριο, αν ΔΕΝ θεωρεί ότι έμμεσα ή άμεσα ανήκει σε αυτό, αν με κάποιον τρόπο ΔΕΝ συνταυτίζει τα συμφέροντά του με αυτά του περιθωρίου; Αν η απάντηση ήταν «μάλλον κανείς», τότε ποιον βαραίνει η οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση, η επισφάλεια του περιθωρίου, αν όχι τους ίδιους τους πολίτες που λόγω αξιών (πάλι εδώ οι αξίες πώς διαμορφώνονται κι αλλάζουν, έξω από πολιτικές;) δεν την ανέχονται (με βάση πάντα τη λογική πίσω από την έρευνα);

Το θέμα λοιπόν γίνεται η ανοχή της υποτιθέμενης εξαθλίωσης, η ανοχή του υποτιθέμενου περιθωρίου και όχι η ενίσχυση και ενδυνάμωση των πιο ευάλωτων κοινωνικά ομάδων ώστε σταδιακά να πάψουν να αποτελούν ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Οχι η πάταξη και ριζική ανατροπή των κοινωνικών και πολιτικών επιλογών που δημιούργησαν τις συνθήκες της ευάλωτης ζωής καθώς η ίδια η ευαλωτότητα αποτελεί όχι μια «φυσική» ανισότητα, όπως θέλει να την παρουσιάσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά αποτέλεσμα τόσο πολιτικής όσο και κοινωνικής ευθύνης.

Και σε δεύτερο χρόνο, από πότε διαφορετικές ευάλωτες κοινωνικές ομάδες «μοιράζονται» ισότιμα το ίδιο φαντασιακό κοινωνικό περιθώριο; Οταν το τσουβάλιασμά τους έρχεται να εξυπηρετήσει ακριβώς την αποσιώπηση των κοινωνικών ανισοτήτων ως τέτοιες, ως έμφυλες, φυλετικές και ταξικές δηλαδή κι επομένως αναγκαστικά πολιτικώς διαχειρίσιμες κάτω από τη γενικευτική και πλήρως απολιτική ομπρέλα του διαφορετικού.

Εργαλειοποιώντας λοιπόν αυτό το παλιό νεοφιλελεύθερο μύθευμα ως «ισότητα στη διαφορά» (θυμίζω καμπάνιες επί Σημίτη για ΑμεΑ) ο τοξικοεξαρτημένος, ο ομοφυλόφιλος, ο μετανάστης, η οροθετική πόρνη (χρησιμοποιώ επίτηδες τους όρους εδώ ως κυρίαρχα γενικευτικά σχήματα) δεν γίνονται αντιληπτά ως σώματα πάσχοντα με σημασία, παρά κατασκευάζονται ως θεωρητικές κατηγορίες αντιθετικές του Ιδίου (ομοίου), δηλαδή ως απλώς και απολιτικά άλλες, ποικίλες, διαφορετικές και ως εκ τούτου είναι, γίνεται θέμα αξιών (άλλη πλήρως αποπολιτικοποιημένη έννοια) της κοινωνίας και συλλογική και ατομική ευθύνη γίνεται απλώς η ανοχή.

Σε αυτή την πλήρως θεωρητικοποιημένη έννοια του διαφορετικού ανάγονται κατηγορίες ανθρώπων που τα σώματά τους υφίστανται άνισες και πολλαπλές μορφές πόνου, βίας και τραύματος των οποίων και οι εμπειρίες θα παραμένουν αθέατες και αποσιωπημένες. Κατά συνέπεια και ο θάνατός τους ως έσχατη εμπειρία θα παραμένει αθέατος.

Οπως ακριβώς θα παρέμενε και ο θάνατος του Ζακ αν δεν έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του να είναι για κακή τύχη των δολοφόνων του μια ισχυρή, μαχητική φωνή για τα ΛΟΑΤΚΙ δικαιώματα. Αν δεν τύχαινε να μη είναι άλλο «ένα θύμα της εξάρτησής του πρεζόνι», όπως θα βόλευε τα κανάλια, αλλά ένας σημαντικός άνθρωπος για μια ολόκληρη κοινότητα. Μια κοινότητα που αποδεικνύεται συνεκτική και συγκροτητική στη βάση της ευαλωτότητάς της και των πολλαπλών αλληλοεπικαλυπτόμενων πειθαρχήσεων και διώξεων που υφίσταται σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο, καθημερινά, αθέατα αλλά με την ισχυρή πεποίθηση πως κανείς και καμιά από εμάς δεν θα είναι μόνη και μόνος σε αυτό. Θα ήθελα ο θάνατος του Ζακ να μας εξοργίσει περισσότερο, να μας κάνει να σκεφτούμε πάνω στους τρόπους με τους οποίους θα σταθούμε ηχηρά αλλά και ως σώματα απέναντι στην ευαλωτότητά μας.

Ο Ζακ και κάθε κακοποιημένη και κακοποιημένος, στα βουβά δολοφονημένος και δολοφονημένη τρανς, η Ηριάννα, ο Αλέξης ο Γρηγορόπουλος, ο Παύλος ο Φύσσας, που μόλις τρεις μέρες νωρίτερα βρεθήκαμε στην ηχηρή αντιφασιστική πορεία μνήμης για τα πέντε χρόνια της δολοφονίας του, είναι άνθρωποι που έχασαν μέρος και την ίδια τη ζωή τους από τη ίδια λογική μιας φασίζουσας κοινωνίας που μοιάζει να μην έχει ποτέ ξεπεράσει τα ίδια της τα μετεμφυλιακά και μεταχουντικά τραύματα.

Η ελληνική μας κοινωνία, εμείς οι ίδιοι ο καθένας και η καθεμιά από μας οφείλουμε συλλογικά και ατομικά και σε πολιτική και ιστορική βάση να τοποθετήσουμε τη σχέση μας με τη βία ως ωμό, ακατέργαστο συναίσθημα, ως πολιτικό εργαλείο αλλά και ως ιστορικό τραύμα μιας αίσθησης έλλειψης, φόβου και απειλής αφαίρεσης (ποιων υλικών, ποιας αξίας ακριβώς, ποιας ταυτότητας).

Και ως βιοπολιτική συνθήκη πειθάρχησης των σωμάτων όπου ορίζει χρόνους και τόπους ως σωστούς και λάθος, στιγμές καλές και κακές. Αν αποδειχθεί πως το κίνητρο του Ζακ δεν ήταν η ληστεία, χώρια που οφείλουμε να κάνουμε μια σοβαρή αυτοκριτική για την ευκολία με την οποία ενεργοποιείται εκατέρωθεν ένα στίγμα, θα ειπωθεί ενδεχομένως πως ο Ζακ (όπως ο Αλέξης, οι οροθετικές, η Ηριάννα, ο Παύλος) βρέθηκε σε λάθος τόπο τη λάθος στιγμή. Ηταν μια κακιά στιγμή. Δεν πρόσεχε αρκετά, δεν εισάκουσε αρκετά τη μόνιμη παραίνεση που μας συνοδεύει στον δημόσιο χώρο των Αθηνών αλλά και της επαρχίας. «ΠΡΟΣΕΧΕ!».

«Αρνούμαι να προσέχω», είχε πει ο Ζακ. Μόνο που ας μας πει κάποιος πώς εκ των υστέρων πάντα ορίζεται ο χώρος ως λάθος και ο χρόνος λάθος. Ας μας πει κάποιος όταν η εμφάνισή μας και μάλιστα η εμφάνισή μας σε έναν τόπο καθιστά σχεδόν τον ίδιο αυτόν χώρο ως ετεροτοπία και εμάς ως ύλη εκτός τόπου (όπως το σώμα του Ζακ στο κοσμηματοπωλείο που αν δεν είναι πελάτης θα είναι ληστής) ποιο κομμάτι του δημόσιου χώρου μάς αναλογεί με ασφάλεια. Και αυτή η ίδια η λέξη της ασφάλειας γιατί να αφορά πάντα τα «σωστά» σώματα και όχι και τα δικά μας τα «λάθος» –ΟΧΙ τα διαφορετικά! Τα λάθος–, τα γυναικεία, τα θηλυπρεπή, τα τρανς, τα πάσχοντα, τα υπό την επήρεια ουσιών, τα ευάλωτα, τα φοβισμένα, τα που δεν έχουν πάνω τους ούτε ένα ευρώ.

Αυτά μας τα σώματα δεν επιζητούν ασφάλεια; Δεν έχουν όλοι το ίδιο δικαίωμα στην πόλη, όπως είπε ο Lefevre; Θα ήθελα και το δικό μου το κείμενο να είναι ένα οργισμένο κείμενο. Δεν είναι όμως. Είναι το κείμενο ενός ανθρώπου που του πατήσαν τον σβέρκο όσο ήταν ήδη κάτω κι όχι μία αλλά πολλάκις. Και που επειδή –αντίθετα από τον σύντροφό μας τον Ζακ– η τύχη την ευνόησε να είναι ζωντανή και ευγνώμων, μπορεί ακόμα παραδόξως να σκέφτεται και να γράφει όπως χρειάζεται να κάνουμε όλοι μας σε κάθε τέτοια συγκυρία.

Συντάκτρια:
Δήμητρα Γεωργιάδου – υποψήφια διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Durham University, μέλος ΛΟΑΤΚΙ κινήματος
Πηγή: efsyn.gr

© I for Interview team

Σε περίπτωση που επιλέξατε να αναδημοσιεύσετε κάποιο κείμενό μας στο δικό σας site, σας ευχαριστούμε ιδιαίτερα εκ των προτέρων για την προτίμηση! Ωστόσο,  να σας υπενθυμίσουμε το πόσο ευχάριστο και δίκαιο είναι να ακολουθούνται οι δεοντολογικοί κανόνες που ορίζουν τη σωστή και λειτουργική αναφορά στην αρχική  πηγή ( δλδ. αναγραφή πλήρους ονόματος του site μας και ενεργό link που ανακατευθύνει στο πρωτότυπο άρθρο). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζετε τον κόπο και τη δουλειά μας και σας ευχαριστούμε διπλά!

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Χαρτοφύλακας

Στην Κορυφή