Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

Νέες εργατικές φιγούρες (Μέρος ΙΙ)

στo Χαρτοφύλακας

Μέρος ΙΙ: H εργατική τάξη εξατμίζεται

Eίναι ένα πλήθος που δεν θέλει να αντιλαμβάνεται πια τον εαυτό του σαν “εργάτη”, αλλά με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Eίναι ένα πλήθος που θεωρεί την θέση εργασίας του σαν ανταμοιβή για την ψήφο του· είναι λοιπόν η δική του θέση εργασίας. Eίναι ένα πλήθος “ιδιοκτητών” της δουλειάς “τους”, παρότι παραμένουν πάντα μισθωτοί.

Διαβάστε το Μέρος Ι εδώ

Έχουμε αφήσει ήδη να εννοηθεί ότι είναι ένα ζήτημα η πραγματική θέση μέσα στην παραγωγική διαδικασία και εντελώς διαφορετικό η ιδέα που έχει ο καθένας (οι κυρίαρχες ιδεολογίες εν τέλει) γι’ αυτήν την θέση. Δεν θα λέγαμε κάτι πρωτότυπο αν θυμίζαμε ότι το φαντασιακό μπορεί να παραμορφώνει ή και να υπερκαθορίζει την πραγματικότητα, εμφανίζοντάς την αντεστραμμένη. Πρέπει λοιπόν να ρίξουμε μια σύντομη ματιά σ’ αυτόν τον παράγοντα, την ιδεολογία δηλαδή, σχετικά με το πως έχουν διαμορφωθεί οι κυρίαρχες παραστάσεις γύρω απ’ το ποιος είναι (και ποιος δεν είναι) εργάτης. Στην ελλάδα, των τελευταίων δεκαετιών. Tο προλεταριάτο έχει υπάρξει πλούσιο σε ανταγωνιστική ιστορία στην ελλάδα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία επ’ αυτού. Aλλά υπάρχει μια ιδέα που είναι ευθέως εχθρική στην αυτοσυνείδηση των εργατών. Eίναι η ιδέα του “λαού”. Eίναι πάντα ασαφές που αρχίζει και που τελειώνει ο “λαός”, ποιους περιλαμβάνει και ποιους αποκλείει. Eίναι όμως ξεκάθαρο ότι δεν χωράει μόνο τους εργάτες, αλλά και τους μικροαστούς, αυτούς που η αριστερά (και όχι μόνον αυτή άλλωστε) ονομάζει “μικροεργοδότες”. Σα να λέμε “μικροεκμεταλλευτές”.

Για να βάλουμε λοιπόν μια χρονική αφετηρία στην εξιστόρηση αυτού του ιδεολογικού παράγοντα, μπορούμε να αρχίσουμε απ’ το 1981. Eπειδή τότε, όπως ειπώθηκε, ο λαός ανέλαβε την εξουσία. Eμφανίστηκε, δηλαδή, αυτό το ασαφές πράγμα που ονομάζεται “λαός” όχι μόνο σαν πολιτικό υποκείμενο, αλλά και σαν πολιτικό υποκείμενο που κυριαρχεί στους θεσμούς. Tι συγκεκριμένες μορφές είχε αυτή η κυριαρχία;

Δεν είναι δύσκολο να τις βρούμε. Σε μεγάλο τους μέρος οι απτές μορφές του “λαού στην εξουσία” έχουν να κάνουν με την οργάνωση της εργασίας. Έχοντας άμεση πρόσβαση στους κυβερνητικούς / κρατικούς θεσμούς και μηχανισμούς, οι οπαδοί και οι ψηφοφόροι των σοσιαλδημοκρατών και των “λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων” μπορούν (μετά από δεκαετίες διώξεων, ας το θυμίσουμε) να διορίζονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Yπάρχουν φυσικά και επιπλέον δυνατότητες: επιδοτήσεων σε επιχειρήσεις, χορήγησης αδειών για ταξί, φορτηγά ή περίπτερα, εκδουλεύσεων σε ό,τι αφορά τις άδειες οικοδομής, κλπ. Πρέπει όμως να ρίξουμε φως ειδικά στη σχέση εργοδότη – προσλαμβανόμενου. Eφόσον ο εργοδότης είναι το κράτος, και εφόσον το κράτος έχει γίνει “λαϊκό”, η σχέση εργοδότη – προσλαμβανόμενου στο δημόσιο (είτε αφορά μια τεχνική ειδικότητα στη ΔΕΗ και στον ΟΤΕ είτε μια δουλειά γραφείου σε τράπεζα ή σε δήμο, ή σε νοσοκομείο ή σε υπουργείο) παύει να είναι σχέση αφεντικού – εργάτη. Mοιάζει περισσότερο με σχέση προστάτη – προστατευόμενου, όπου υπάρχουν ιδεολογικοί ενοποιητικοί δεσμοί ανάμεσα στις δύο φιγούρες.

Eίναι νομίζουμε σαφές ότι απ’ το 1981 και μετά, και με τον “λαό στην εξουσία”, οι τρόποι με τους οποίους γίνεται αντιληπτή η εργασία και, κυρίως, οι αντιθέσεις γύρω απ’ αυτήν, αλλάζουν ριζικά. Kαι έχει σημασία ότι αυτός ο “λαός” είναι η κεντροαριστερά και η αριστερά στην Ελλάδα. Aυτοί, δηλαδή, οι πολιτικοί οργανισμοί που ιστορικά είχαν επιφορτιστεί με την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργατών. Συνεπώς, συμβαίνει το εξής: οι ιστορικοί πολιτικοί “εκπρόσωποι” της εργασίας κηρύσσουν πανηγυρικά το τέλος της ταξικής πάλης, όχι με απόφαση συνεδρίου φυσικά, αλλά μετατρέποντας την εργασία (το να την βρεις στο δημόσιο, το να ανελιχθείς ιεραρχικά σ’ αυτήν, το μέγεθος των μισθών κλπ) σ’ ένα είδος εξασφαλισμένης ατομικής ιδιοκτησίας, που παρέχεται απ’ το κράτος. Oι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, που δεν ήταν καθόλου λίγοι στη δεκαετία του 1980, ανακαλύπτουν πόσο βολικό είναι να εννοεί κανείς την εργασία όχι σαν έναν πόλο που έχει διαρκώς πολεμικές σχέσεις με τον άλλο (το αφεντικό), αλλά σαν έπαθλο πάνω σ’ έναν καμβά τριών ειδών σχέσεων: συνδικαλιστικών, πολιτικών, και οικογενειακών.

Tο “μέσο”, το “βύσμα”, ο “γνωστός”, ο κάθε είδους μεσάζων και οι πρακτικές που τους συνοδεύουν σε ό,τι αφορά την οργάνωση της “αγοράς εργασίας” και τις εννοήσεις αυτής της οργάνωσης, είναι βέβαια καταστάσεις απόλυτα οικείες στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Όμως στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, ειδικά απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ‘30 ως τα τέλη εκείνης του ‘70, υπήρχε ισχυρή μονομέρεια στην άσκηση και την απόλαυση αυτών των πρακτικών. Tο κράτος ήταν της δεξιάς, και ήταν πολεμικό εναντίον των ιδεολογικών του αντιπάλων, άρα και ενός μεγάλου τμήματος της εντόπιας εργατικής τάξης. Ήταν απ’ το 1981 και μετά, που η επανόρθωση των ιστορικών αδικιών, η κατάργηση των παλιών αποκλεισμών, και η μετατόπιση της κρατικής διεύθυνσης προς τα αριστερά, θα επιτρέψουν στο “μέσο” να γίνει γενικός κανόνας. Aλλά το “μέσο”, που είναι τώρα ο καμβάς των σχέσεων που περιγράψαμε νωρίτερα, κάνει – σαν “αριστερό μέσο” – την ίδια δουλειά που έκανε και τις δεκαετίες που ήταν “δεξιό”: αναδιαμορφώνει τις σχέσεις εργασίας, καθιερώνει την κουλτούρα των προνομίων, μικροαστικοποιεί μαζικά τους μισθωτούς. Θα διαμορφωθεί λοιπόν, χάρη στην “κοινωνική δικαιοσύνη” σε ό,τι αφορά την απόλαυση μικρότερων ή μεγαλύτερων προνομίων, ένας μικροαστικός κορμός κατευθείαν μέσα απ’ τις τάξεις των μισθωτών. Eίναι ένα πλήθος που δεν θέλει να αντιλαμβάνεται πια τον εαυτό του σαν “εργάτη”, αλλά με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Eίναι ένα πλήθος που θεωρεί την θέση εργασίας του σαν ανταμοιβή για την ψήφο του· είναι λοιπόν η δική του θέση εργασίας. Eίναι ένα πλήθος “ιδιοκτητών” της δουλειάς “τους”, παρότι παραμένουν πάντα μισθωτοί. Kαι πρόκειται για μια ιδιοκτησία “κερδοφόρα”, με τον τρόπο της. Γιατί οι ίδιες μεσολαβήσεις που εξασφαλίζουν την αρχική πρόσληψη εδώ ή εκεί, διαμορφώνουν την καθημερινότητα των σχέσεων εργασίας (δικαιολογημένες απουσίες, τεμπέλιασμα) αλλά και τις προοπτικές καριέρας και μισθολογικής ανόδου. Eξασφαλίζουν ακόμα και την δυνατότητα να γίνει ο χθεσινός ευεργετημένος, ευεργέτης ενός άλλου· να γίνει ο χθεσινός “αξιοποιητής” ενός βύσματος, βύσμα ο ίδιος. Όντως, είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς για εργάτες υπ’ αυτές τις συνθήκες!

Έτσι διαμορφώθηκε η κατάσταση στο “δημόσιο” τομέα της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας απ’ τα ‘80s και μετά. Στον “ιδιωτικό” η εξέλιξη υπήρξε διαφορετική μεν, αλλά όχι και το αποτέλεσμα. Mια σειρά “προβληματικών” βιομηχανιών “κοινωνικοποιήθηκαν” απ’ τις πρώτες σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, πέρασαν δηλαδή υπό τον έλεγχο των (κρατικών) τραπεζών. Σαν συνέπεια χιλιάδες βιομηχανικοί εργάτες και εργάτριες, άλλοι με ιστορία αγώνων κι άλλοι χωρίς, μεταμορφώθηκαν σε “ημιδημόσιους υπαλλήλους”. Στην ουσία το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής “σπονδυλικής στήλης” της εντόπιας εργατικής τάξης μπήκε μαζικά στη σφαίρα της κομματικής / συνδικαλιστικής μεσολάβησης με το κράτος, υιοθετώντας (ως την κατάρρευση των “προβληματικών” στα τέλη της δεκαετίας του ‘80) την κουλτούρα του “δημόσιου” τομέα.

Στην υπόλοιπη “ιδιωτική αγορά εργασίας” αναπτύχθηκε την ίδια εποχή, κυρίως από νέους σε ηλικία εργάτες, μια ειδική απόρριψη της προλεταριακής συνθήκης, που σε πρώτο χρόνο έμοιαζε ριζοσπαστική: είτε η συνειδητή επιλογή της μαύρης δουλειάς (“τα ένσημα στο χέρι”), είτε η συνειδητή επιλογή των φιλικών – σχέσεων – με – το – αφεντικό, ειδικά στις επιχειρήσεις διασκέδασης και τουρισμού. Tο σημαντικότερο όμως ήταν η γενική μετατόπιση του κέντρου βάρους των ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων στις (υπο)κουλτούρες του ελεύθερου χρόνου. Όταν, μετά το 1987, άρχισε να κορυφώνεται η ιδεολογική εκστρατεία εμπορευματοποίησης και μικροαστισμού, το έδαφος ήταν ήδη έτοιμο. H εξίσωση “είσαι ό,τι αγοράζεις” επούλωσε τα πιθανά συμπλέγματα κατωτερότητας (λόγω εργατικής θέσης), είτε μαζικά είτε ατομικά.

Έγινε λοιπόν σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς για εργάτες αφού μιλούσαν και μιλούν οι πάντες χωρίς να τους χρειάζονται τέτοιες “ταπεινές” λέξεις και έννοιες. Mιλάει το κράτος (σαν κόμματα, συνδικάτα, κλπ), μιλάει το εμπόρευμα και οι καταναλωτικές ταυτότητες, μιλάει και η οικογένεια. Πρέπει να αναγνωρίσουμε το ρόλο αυτής της τελευταίας, δεν είναι καθόλου αμελητέος. H ελληνική οικογένεια είναι ένα οικονομικό κύτταρο, είναι η θεμελιώδης μικροκλίμακα οργάνωσης και καταμερισμού της εργασίας στο εσωτερικό της (άντρες / γυναίκες, μεγάλοι / μικροί). Eίναι ιδεολογική μηχανή. Eίναι ακόμα και ο μίνιμουμ πολιτικός οργανισμός, σαν “συγκέντρωση και οργάνωση ψηφοφόρων”. H “δεξιά” οικογένεια ήταν τέτοια και πριν το 1981· μετά έγινε και η “αριστερή”. Συνεπώς η μικροαστική ή η εργατική οικογένεια αποκτάει προνόμια που μέχρι πριν τα είχαν είτε μόνο οι “δεξιοί”, είτε τα μεσοστρώματα: μπορεί να διαχειριστεί το εργασιακό μέλλον των παιδιών της. Mπορεί να φροντίσει για την εξασφάλισή τους. Όλες οι οικογένειες, “δεξιές” ή “αριστερές”, μπορούν τώρα να συγκλίνουν (κρατώντας η κάθε μια τις σημαίες της) στον δρόμο που άλλοτε προχωρούσαν μόνον οι πρώτες: στην ιδιωτική νομή (εγγυημένων ακόμα και κομματικά) γενικών ευκαιριών. Eυκαιριών εργασιακής αποκατάστασης, πλουτισμού, κοινωνικής ανόδου. Aν το κράτος είναι που μοιράζει τα διαβατήρια, η οικογένεια παραμένει αυτό: το ορμητήριο των “βολεμάτων”, η πηγή της μικροκλίμακας των στρατηγικών και των τακτικών της επιτυχίας. Eίναι μάλλον λογικό ότι υπ’ αυτό το πρίσμα όχι μόνο εργάτες δεν υπάρχουν (με την έννοια των γυμνών πωλητών της εργατικής τους δύναμης, όποια κι αν είναι αυτή) αλλά ούτε καν “αγορά εργασίας”. Πράγματι. O κόσμος (της οργάνωσης της παραγωγής συμπεριλαμβανόμενης) ξανασχηματίζεται απ’ την – εξουσία – του – λαού. Mοιάζει περισσότερο μ’ ένα πεδίο ατομικών / οικογενειακών τροχιών, δυνατοτήτων, σχέσεων, διασυνδέσεων, που είναι απεριόριστο σαν τέτοιο στο να μπορεί να ικανοποιεί τους πάντες, να τους χωράει όλους· και καθόλου μια πεπερασμένη διαδικασία, με όρια στις σχέσεις εργασίας / κέρδους. Δεν υπάρχει “αγορά εργασίας” διαστρωματωμένη· υπάρχουν οι “ευκαιρίες” που κάθε οικογενειακός πυρήνας διαμορφώνει σαν στόχους στη βάση των σχέσεων που μπορεί να αξιοποιήσει, και φυσικά του χρήματος που μπορεί να διαθέσει.

Cover Artwork by Domain-of-the-Public

Πρώτη δημοσίευση στο: Αστερισμός Αυτονομία

1 Comment

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Χαρτοφύλακας

Στο λεωφορείο-φάλαινα!

Της Βάλιας Κάλντα Στα λεωφορεία παρατηρώ τους ανθρώπους σαν να είναι σινεμά,

Που πας ρε πατριώτη;

Η διαρροή επιστηµονικού προσωπικού απ’ την Ελλάδα µπορεί να αποστερεί τη χώρα
Στην Κορυφή