fbpx

Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

«It’s a joke, not a dick» | Γίνεσαι το πρόβλημα γιατί δεν έπιασες το αστείο

στo Mind Opener/Χαρτοφύλακας

Θέλω να λαμβάνω τα νέα άρθρα του IforINTERVIEW με e-mail.

Το κείμενο βασίζεται σε ανακοίνωση που διαβάστηκε στο Διήμερο συζητήσεων και προβολών «Φύλο και ποπ κουλτούρα» που συνδιοργάνωσε το περιοδικό μας και το Smassing Culture στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στις 27-28 Μαρτίου 2019.

Όπως πιστεύω οι περισσότερες, έτσι και εγώ έχω βρεθεί πολλές φορές σε οικογενειακά τραπέζια, στη δουλειά, σε αίθουσες μαθημάτων, σε παρέες που μόλις γνώρισα ή και σε παρέες φίλων, όπου κάποιος λέει ένα αστείο το οποίο θεωρώ προβληματικό. Την πληθώρα των φορών, η συζήτηση εκτυλίσσεται ως εξής: άπαξ και εκφράσεις τη δυσαρέσκειά σου για ένα αστείο, άπαξ και δηλώσεις πόσο προβληματικό είναι αυτό που μόλις έχει ειπωθεί, γίνεσαι εσύ το πρόβλημα.

Γίνεσαι το πρόβλημα γιατί δεν έπιασες το αστείο, γιατί δεν έχεις χιούμορ, γιατί είσαι κολλημένη με την πολιτική ορθότητα, γιατί είσαι ταμπελάκιας (προσωπικό αγαπημένο που άκουσα πριν από λίγο καιρό), γιατί είσαι feminazi.

Γίνεσαι το πρόβλημα, γιατί διαταράσσεις την ευτυχία των υπολοίπων, γίνεσαι αυτό που η Sara Ahmed αποκαλεί feminist killjoy,[1] γιατί το να αποκαλύπτεις τη βία που εμπεριέχεται στο συγκεκριμένο αστείο διαβάζεται σαν να την προκαλείς εσύ.

Εν τέλει, κατονομάζοντας τη βιαιότητα που εμπεριέχεται στο αστείο, δημιουργείς μια ένταση που δεν υπήρχε και εν τέλει θα πρέπει επιτέλους να χαλαρώσεις. Εξάλλου, πρέπει να χαλαρώσεις, «it’s a joke not a dick, don’t take it so hard».

φεμιναζί

Όσο προχωράει η συζήτηση, τόσο περισσότερο εκνευρίζεσαι και θυμώνεις. Θυμώνεις γιατί το υποτιθέμενο αστείο σε θίγει, σε υποτιμά, επιβεβαιώνει τη σχέση υποτέλειας που καταλαμβάνεις στο πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας.

Και όσο περισσότερο θυμώνεις, όσο περισσότερο μιλάς από τη θέση του εκνευρισμένου υποκειμένου –μια θέση που σου χαρίζει απλόχερα και με ταχύτητα αστραπή ο συνομιλητής σου –τόσο περισσότερο επιβεβαιώνεις ότι ο θυμός σου είναι αυτός που δημιουργεί το πρόβλημα, ο θυμός σου είναι αυτός που διασπά την υποτιθέμενη κοινωνική συνοχή που ο συνομιλητής σου θεωρεί δεδομένη και που του επέτρεψε να κάνει το συγκεκριμένο αστείο.

Όσο προχωράει η ώρα, η ατμόσφαιρα γίνεται τεταμένη, κόσμος τριγύρω σχολιάζει –κατά πάσα πιθανότητα κάποιος θα σου πει ότι μπορεί να έχεις δίκιο αλλά… Γιατί σαφώς η δική σου ενόχληση προς το αστείο είναι κάτι το οποίο είναι διαρκώς υπό συζήτηση και αμφισβήτηση, σε αντίθεση με την θέση του συνομιλητή σου, ο οποίος είναι σε κατάσταση σοκ από την άδικη επίθεση που του κάνεις και μαζί με αυτόν, πιθανότατα και άλλος κόσμος τριγύρω σου.

Το ζήτημα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι υπάρχει κάποιου είδους υποτιθέμενου consensus πως το αστείο είναι καλοπροαίρετο a priori, γιατί το αστείο προκαλεί γέλιο και το γέλιο θεωρείται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο χαρακτηριστικό της ευτυχίας, της χαράς και της ικανοποίησης.

Συνεπώς, κάτι το οποίο προκαλεί γέλιο και άρα χαρά δεν θα μπορούσε ποτέ να εμπεριέχει βία, δεν θα μπορούσε ποτέ εξ αρχής να είναι κάτι το κακό και προβληματικό.

Αλλά ακόμη και αν υπάρξει η μικρή έστω παραδοχή ότι το αστείο μπορεί και να ήταν προβληματικό, σε καμία περίπτωση δεν ήταν κακοπροαίρετο, κυρίως χάριν του ήθους του συνομιλητή σου, που είναι πάντα και σημειώνω: «καλό παιδί», «δεν έχει πρόβλημα με τις αδελφές και τα τραβέλια [sic]», «δεν είναι ρατσιστής», «βλέπει λεσβιακό πορνό» κ.ά.

χιούμορ

Ένα από τα ποιο βασικά επιχειρήματα που χρησιμοποιεί κάποιος όταν θέλει να δικαιολογήσει την επιλογή του να πει ένα σεξιστικό ή ρατσιστικό αστείο είναι το περίφημο «μα όλοι γελάμε με αυτό» ή, με άλλα λόγια, αυτό είναι το mainstream χιούμορ, τι θες να κάνουμε.

Tο αστείο δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ποτέ απλώς και μόνο λέξεις

Το ζήτημα σαφώς σε σχέση με αυτό το επιχείρημα είναι το ποιοι είναι αυτοί οι όλοι που γελάνε, ποιος ανήκει σε αυτό το όλον, τι σχέσεις εξουσίας και βίας κρύβει αυτό το όλον και εν τέλει ποιοι είναι αυτοί που φιμώνονται προκειμένου να μπορεί αυτό το όλον να γελάει; Το αστείο, εν τέλει, διεκδικεί, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, μια υποτιθέμενη αντιπροσωπευτική (αν και καρικατουρίστικη) απεικόνιση ενός πράγματος, μιας κατάστασης, μιας κοινωνικής ομάδας, μιας ενσώματης εμπειρίας.

Συνεπώς, το αστείο δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ποτέ απλώς και μόνο λέξεις, καθώς φανερώνει τους πολλές φορές αόρατους μηχανισμούς με τους οποίους προνόμια και εξουσία αναπαράγουν την ετεροκανονικότητα και την πατριαρχία. Το mainstream, συνεπώς, μετατρέπεται σε malestream, σε ένα καταπιεστικό πλαίσιο σχέσεων εξουσίας που λειτουργούν επί τη βάσει πολύ συγκεκριμένων καθεστώτων γνώσης και αλήθειας που δημιουργούν ιεραρχικές σχέσεις μεταξύ φύλων, σεξουαλικοτήτων και σωμάτων.

Οι φεμινισμοί έχουν καταδείξει πως, εντός της πατριαρχίας, βασικές κοινωνικές αξίες, απόψεις και προκαταλήψεις τοποθετούν το ανδρικό –το οποίο πάντοτε ταυτίζεται με τη λογική—στην κορυφή της πυραμίδας, ενώ οτιδήποτε σχετίζεται με το συναισθηματικό ή το σωματικό ταυτίζεται με το γυναικείο και μπαίνει σε δεύτερη μοίρα.

Συνεπώς, όταν κάποιος σου λέει να μην είσαι τόσο θυμωμένη, επί της ουσίας απορρίπτει το επιχείρημά σου ως μη λογικό και η τοποθέτησή σου διαβάζεται ως απόδειξη όχι μόνο του πόσο θυμωμένη είσαι, αλλά κυρίως του πόσο παράλογη είσαι –εξάλλου αυτή είναι η θέση σου ως γυναικείου υποκειμένου.

Όπως λέει και η Ahmed, «καταστάσεις διαφωνίας, βίας και εξουσίας διαβάζονται ως συσχετιζόμενες με τη δυστυχία των φεμινιστριών αντί για εκείνο που επί της ουσίας προκαλεί τη δυστυχία των φεμινιστριών»[2].

Όταν λοιπόν κάποιος λέει «είναι απλά ένα αστείο», επί της ουσίας σε προτρέπει να σταματήσεις να είσαι τόσο συναισθηματική και άρα εγγράφεται σε μια πολύ συγκεκριμένη φιλοσοφική παράδοση λόγου που ταυτίζει τη λογική με το ανδρικό και το συναισθηματικό με το γυναικείο. Σαν κίνηση, αυτό το επιχείρημα προστατεύει τόσο το ατόμο που κάνει το αστείο όσο και τα προνόμια πάνω στο οποίο βασίζεται το ίδιο το αστείο.

Κατά συνέπεια, η αντίδραση κάθε φεμινίστριας στο υποτιθέμενο καλοπροαίρετο αστείο αποκαλύπτει το εξής: ότι το άτομο που κάνει το αστείο εν τέλει δεν είναι και τόσο αποκομμένο από τις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνουν την ανάδυση του εν λόγω στερεοτύπου ως αστείου και 2) ότι το ίδιο το γέλιο δεν βρίσκεται εκτός των σχέσεων εξουσίας.

Εκείνο που ενέχει ενδιαφέρον για μένα σε σχέση με το τελευταίο είναι ότι ακόμη και αν ο στόχος κάθε αστείου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι να προκληθεί μια αντίδραση από το κοινό –συνήθως εκείνη του γέλιου—δεν θεωρώ πως το γέλιο είναι αυτοσκοπός.

Περισσότερο, το γέλιο είναι εκείνο το στοιχείο που πιστοποιεί ότι εκείνος που έχει κάνει το αστείο έχει κατορθώσει να επιβληθεί επί του ακροατηρίου του, έχει καταφέρει να εδραιώσει τη θέση του ως υποκειμένου λόγου. Το συγκεκριμένο δεν θα πρέπει να ιδωθεί απαραιτήτως ως κάτι κακό· μπορεί, ωστόσο, και γίνεται πολύ εύκολα να γίνει κυριαρχικό.

σεξισμός

Το ερώτημα λοιπόν που θα θέλω να θέσω είναι το εξής:

Μισούν οι φεμινίστριες το χιούμορ;

Η απάντηση μου είναι:

Σαφώς και όχι.

Εκείνο που έχει σημασία, ωστόσο, ίσως περισσότερο από τη γλώσσα ή τις λέξεις ή ποια στερεότυπα αγγίζει το αστείο, είναι η θέση από την οποία μιλάει το υποκείμενο που κάνει το αστείο και πόσο ανατρεπτικός μπορεί να είναι ο λόγος του.

Για να γίνει αυτό περισσότερο κατανοητό: είναι τελείως διαφορετικό να κάνει μια γυναίκα ένα αστείο για το πόσο λ.χ. τσούλα είναι, από το να κάνει ένας άνδρας το ίδιο αστείο, απευθυνόμενος σε μια γυναίκα, για τον εξής πολύ απλό λόγο. Σε μια κοινωνία όπου η γυναικεία σεξουαλικότητα ταυτίζεται με την παθητικότητα και όπου το σώμα και η σεξουαλική απόλαυση των γυναικών δεν τους ανήκει αλλά καθορίζεται από την ανδρική επιθυμία, το αστείο μιας γυναίκας αποτελεί κριτική και προσπάθεια ανατροπής κανονιστικών στερεοτύπων.

Συνεπώς, το ποιος κάνει το αστείο και ποια είναι η στόχευση του αστείου κάνει τη διαφορά.

Για να καταλήξω, θεωρώ πως η εξερεύνηση νέων μορφών χιούμορ, ενός χιούμορ ανοιχτού, ενός χιούμορ πέραν της κανονιστικής ετεροκανονικότητας, ξεπερνάει τις ίδιες τις λέξεις. Ξεφεύγοντας από αντιλήψεις που αντιλαμβάνονται τις λέξεις ουσιοκρατικά, οφείλουμε να διεκδικήσουμε ένα χιούμορ που είναι ανατρεπτικό όχι λόγω των λέξεων που χρησιμοποιεί, αλλά γιατί αναγνωρίζει σε συγκεκριμένα καταπιεσμένα υποκείμενα τη δυνατότητα να υπάρξουν ως υποκείμενα λόγου. Όπως λέει και η Judith Butler και σημειώνω,

Κανείς δεν έχει δουλέψει ποτέ ένα τραύμα χωρίς να το επαναλάβει: η επανάληψη είναι ταυτόχρονα συνέχεια του τραύματος αλλά και εκείνο το στοιχείο που φανερώνει μια απομάκρυνση του εαυτού από την ίδια την δομή του τραύματος, από την ουσιώδη δυνατότητα του να είσαι με άλλον τρόπο. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα μη επανάληψης. Η μόνη ερώτηση που παραμένει είναι: πώς θα προκύψει αυτή η επανάληψη, σε ποιον τόπο, νομικό και μη, και με τι πόνο και ελπίδα;[3]

Έτσι λοιπόν θα εκνευριζόμαστε και θα αντιδρούμε σε κάθε προσπάθεια να μιλήσει κόσμος για εμάς, χωρίς εμάς και χωρίς το βίωμά μας. Θα λέμε στον σεξισταρά θείο μας να βγάλει τον σκασμό όταν λέει αστεία για ξανθιές, ενώ θα γελάμε με ιστορίες για σπέρμα σε τοίχους.[4] Και λίγο λίγο θα σκοτώνουμε το γέλιο τους. Ένα γέλιο που μας υπενθυμίζει ότι η ευτυχία και η χαρά μπορεί να βρεθεί μόνο σε συγκεκριμένα μέρη, σε συγκεκριμένες λέξεις, σε συγκεκριμένα σώματα, σε συγκεκριμένες σεξουαλικότητες. Και ας μας κατηγορούν ότι σκοτώνουμε την ευτυχία τους –εμείς λέμε ότι είναι μια φαντασίωση που αξίζει να πεθάνει.

Πηγή: http://skra-punk.com

© I for Interview team

Σε περίπτωση που επιλέξατε να αναδημοσιεύσετε κάποιο κείμενό μας στο δικό σας site, σας ευχαριστούμε ιδιαίτερα εκ των προτέρων για την προτίμηση! Ωστόσο,  να σας υπενθυμίσουμε το πόσο ευχάριστο και δίκαιο είναι να ακολουθούνται οι δεοντολογικοί κανόνες που ορίζουν τη σωστή και λειτουργική αναφορά στην αρχική  πηγή ( δλδ. αναγραφή πλήρους ονόματος του site μας και ενεργό link που ανακατευθύνει στο πρωτότυπο άρθρο). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζετε τον κόπο και τη δουλειά μας και σας ευχαριστούμε διπλά!

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Φρέσκα άρθρα στο Mind Opener

Στην Κορυφή