Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

Δεν είμαστε άτρωτοι, αλλά οι αναμνήσεις που θα γίνουμε μια μέρα είναι

στo Mind Opener

Με τρομοκρατούν τα νοσοκομεία γιατί πάντα μου θυμίζουν πως δεν έχουμε πολύ χρόνο. Και χθες τα ξημερώματα που έβρεχε και χρειάστηκε να πάω έπαθα πάλι το ίδιο. Τρομοκρατήθηκα. Οι ανθρώποι να πηγαίνουν πάνω κάτω κρατώντας αχνιστό καφέ στο χέρι, η βροχή να πέφτει και οι τραυματιοφορείς να μπαινοβγαίνουν βρεγμένοι, οι ατελείωτες ουρές έξω από τα ακτινολογικά, παθολογικά και όλα τα -ικά, φωνές, άλλες εξαγριωμένες λόγω της καθυστέρησης και άλλες λόγω πόνου. Ένα μείγμα εικόνων που σε κάνουν να νιώθεις υπερβολικά ευάλωτος παρατηρώντας τον πόνο των άλλων.

Και κάπου εκεί άρχισα να σκέφτομαι τον θάνατο και δεν ξέρω γιατί αλλά θυμήθηκα τον παππού μου, τον κυρ-Ηλία, τον άνθρωπο που με μεγάλωσε και λίγο πολύ του οφείλω όλες τις καλές μου αναμνήσεις. Και μετά σκέφτηκα την ξαδέρφη μου, που γεννήθηκε πριν δέκα χρόνια, ένα χρόνο μετά το θάνατο του, και πως σε όλα αυτά τα χρόνια που ο κυρ Ηλίας δε ζει εκείνη έμαθε από εμάς τα πάντα για εκείνον. Ότι κάθε Κυριακή έψηνε μόνος του τους κόκκους του καφέ στο φούρνο του σπιτιού και μετά καθόταν και άλεθε με ένα παλιό μπρούτζινο μύλο που είχε. Ότι είχε πάντα στην τσέπη του ένα ασημένιο ρολόι απ’ αυτά τα παλιά τα σκαλιστά, ακόμη και την εποχή που δεν έβλεπε και τόσο καλά την ώρα. Ότι γνώρισε τη γιαγιά μου στο χωριό όταν της πήγε ένα μαντήλι που της είχε πάρει ο αέρας. Ότι με μάλωνε όταν αργούσα και με φώναζε «σοκακιάρικο» επειδή μου άρεσε να κάθομαι στα πάρκα με φίλους, αλλά πάντα μου έδινε κρυφά λεφτά και αγκαλιά για να μην έχω ανάγκη κανέναν. Έμαθε πως κάθε χειμώνα πάντα φορούσε την τραγιάσκα του και πως κάθε καλοκαίρι του άρεσε να κάθεται με ένα φίλο που είχε στην πλατεία γιατί αντιπαθούσε τα καφενεία. Ότι του άρεσε να παίζει ντόμινο, και να μαγειρεύει φορώντας πάντα και για χρόνια μια καρό ποδιά που πεισματικά δεν ήθελε να πετάξει όσες και αν του αγοράζαμε. Έμαθε όλες αυτές τις μικρές ανούσιες λεπτομέρειες που συνθέτουν έναν άνθρωπο.

Όταν ήταν μικρή μετά από μια ιστορία που της είπα με ρώτησε τελικά τι απέγινε ο κυρ-Ηλίας. Και πως να μιλήσεις σε ένα παιδί για το θάνατο; Της είπα ότι έγινε αστέρι, με ρώτησε ποιο είναι και λίγο καιρό αργότερα της έμαθα να βρίσκει τη Μεγάλη Άρκτο. Γιατί πάντα χρειάζεται μια συνέπεια για να γνωρίσεις έναν άνθρωπο, χρειάζεται να ξέρεις που βρίσκεται για να του μιλάς, να του απευθύνεσαι σε φάσεις χαράς, λύπης και ανάγκης. Μεγαλώνοντας μου είπε ότι μοιάζει με τραγιάσκα και ότι ξέρει πως ο κυρ Ηλίας δεν βρίσκεται εκεί, αλλά δεν πειράζει γιατί είναι εκεί η τραγιάσκα του. 

Και αφού τα σκέφτηκα όλα αυτά ξημερώματα, καθισμένη σε μια καρέκλα νοσοκομείου, ο θάνατος σταμάτησε να είναι τρομακτικός κι εγώ σταμάτησα να είμαι ευάλωτη. Γιατί υπάρχει τελικά τρόπος να γίνουμε κάπως αιώνιοι, μέσα από τις ιστορίες που θα λένε οι άλλοι για εμάς, μέσα από τις μικρές ανούσιες λεπτομέρειες που μας συνθέτουν. Μπορεί να μην είμαστε άτρωτοι, αλλά οι αναμνήσεις που θα γίνουμε μια μέρα είναι.

Facebook post by Αννούλα Χιονιά

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Mind Opener

Στην Κορυφή