fbpx

Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

κατσαβιδι ευτυχιας 1

Το κατσαβίδι της ευτυχίας | To elatirio

στo Lunch break/Mind Opener

Θέλω να λαμβάνω τα νέα άρθρα του IforINTERVIEW με e-mail.

Στείλε μας την ιστορία σου

Από το blog: toelatirio

Η φαγούρα στο κεφάλι, τον κυρίευε κάθε φορά που απασχολούσε με σημαντικές υποθέσεις το εσωτερικό του. Έξυνε, με μανία σε ορισμένες περιπτώσεις, τις τρίχες πάνω απ’ το μέτωπό του όταν ένιωθε άγχος, αμηχανία ή ντροπή, και τους κροτάφους του, όταν έπρεπε να κατεβάσει κάποια καινούρια ιδέα, να κόψει έξυπνα δρόμο στη κίνηση ή να πείσει την γυναίκα του να παραδοθεί στις ηδονικές ορέξεις του, ενώ ήταν απρόθυμη. Έμοιαζε να σκάβει το κρανίο του γυρεύοντας τους νευρώνες που θα όφειλε να ενώσει κάθε φορά, ανάλογα με τις απαιτήσεις του προβλήματος.

Ήταν γεννημένος μάστορας.

Αν είχε χρόνο, μπορεί και να κατάφερνε να χαρτογραφούσε όλα αυτά, τα περίεργα, νευρικά καλώδια. Οδηγούσε με το ένα χέρι, ενώ με τ’ άλλο, έγδερνε πάλι το κεφάλι του. Αυτή τη φορά και στο μέτωπο και στους κροτάφους. Τα συναισθήματά του, εναλλάσσονταν απ’ το ένα άκρο στο άλλο χωρίς λογική, ακριβώς όπως οι φωτεινοί σηματοδότες, άλλαζαν την ροή της κίνησης στο κέντρο της πόλης και έκαναν τους έλλογους οδηγούς, να υπακούν τυφλά στα χρώματα των άψυχων λαμπτήρων.

Μα τί απρόσμενη τιμή, ήταν αυτή που του είχαν κάνει;

Πρώτη φορά τον καλούσαν στις κτιριακές εγκαταστάσεις των γραφείων της εταιρείας, απ’ την ημέρα της πρόσληψής του. Κι αυτή τη φορά, δε θα συναντούσε έναν απλό υπάλληλο του λογιστηρίου, αλλά τον ίδιο, τον προϊστάμενο του τεχνικού τμήματος. Τον «Υπερμάστορα», όπως τον φανταζόταν στο μυαλό του. Ήταν τρομερά ανυπόμονος για την γνωριμία.

Πάρκαρε το φορτηγάκι στο υπόγειο γκαράζ με μεγάλη προσοχή, καθώς δίπλα του ήταν σταθμευμένα δυο υπερπολυτελή αυτοκίνητα, κάποιων υψηλόβαθμων στελεχών. Άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε με προσοχή το σκουριασμένο σκαλοπάτι του οχήματος. Στάθηκε όρθιος και κοίταξε το ρολόι με το σπασμένο κρύσταλλο, στο αριστερό του χέρι.

Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει από συγκίνηση κι αυτό την έκανε να υπερτερεί συντριπτικά σε ταχύτητα, σε σχέση με τους, μόλις, εξήντα παλμούς του δευτεροδείκτη. Δεν είχε καιρό για χάσιμο. Προχώρησε προς τον ανελκυστήρα χοροπηδώντας και χτυπώντας με τις τεράστιες παλάμες του το σώμα του, αφού παράλληλα προσπαθούσε να ξεσκονίσει την λερωμένη, ολόσωμη φόρμα εργασίας του.

Πάτησε το κόκκινο κουμπάκι κι απέμεινε να περίμενει, με τα χέρια σταυρωμένα και το βλέμμα χαμηλά. Μα πόση σκόνη είχε απομείνει ακόμη στα παπούτσια του! Έβγαλε ένα κομμάτι στουπί από την τσέπη του και τα γυάλισε. Η πόρτα άνοιξε κι εκείνος μπήκε μέσα στις μύτες, μη θέλοντας να αφήσει πατημασιές στο καλογυαλισμένο πάτωμα του ασανσέρ. Σχεδόν ένα ταξίδι, θα ήταν η διαδρομή μέχρι τον 24ο όροφο. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέπτη.

Ήταν στα μαύρα του τα χάλια! Τί εντύπωση θα σχημάτιζε ο προϊστάμενός του γι’ αυτόν;

Τα κουμπιά που συγκρατούσαν τις τιράντες πάνω στο στήθος του είχαν σπάσει και τις είχαν αφήσει να περιφέρονται σαν εκκρεμείς, άδικες κατάρες, γύρω από τα οπίσθιά του. Αρχικά, τις έδεσε μεταξύ τους θεωρώντας πως θα εξαφανίζονταν πίσω του και θα περνούσαν απαρατήρητες. Μάταιος κόπος. Δεν θα ήταν δυνατόν να παρουσιαστεί στον “Υπερμάστορα”, μ’ ετούτη την ουρά!

κατσαβιδι ευτυχιας 2
Diego Riviera | Frozen Assets (1931)

Όπως, φυσικά, δεν θα ήταν δυνατόν να κυκλοφορεί στα γραφεία της εταιρείας με χαλασμένο φερμουάρ. Δεν θυμόταν πότε και πως του είχαν συμβεί, αυτές οι δυο ατυχίες. Και δεν είχε καμιά σημασία, εκείνη τη στιγμή. Έψαξε καλά, όλες του τις τσέπες. Ευτυχώς που είχε τα σύνεργα του μαζί του! Με αστραπιαίες κινήσεις, κόλλησε με την αγαπημένη του “σουπερκόλλα” τις τιράντες πάνω στο υπόλοιπο ένδυμα και, κατά λάθος, στο φανελλάκι του. Με δυο πριτσίνια, ένωσε τα δυο υφάσματα της σχισμής του φερμουάρ του. Συλλογίστηκε πως έτσι όπως τα είχε καταφέρει, αν επιθυμούσε να επισκεφτεί την τουαλέτα, θα έπρεπε να σκίσει τα ρούχα του και να απομείνει γυμνός.

Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη και κατάλαβε αμέσως ότι δεν είχε την πολυτέλεια να κάνει τέτοιες σκέψεις. Δυο ακόμα ατέλειες, υπήρχαν στο στενό χώρο του θαλάμου. Γενικά, το πάθος του ήταν να ανακαλύπτει και να επιδιορθώνει, πάσης φύσεως ατέλειες. Το αγαπημένο του παιχνίδι στα περιοδικά σταυρόλεξων, -που αγόραζε η γυναίκα του κι εκείνος, μη γνωρίζοντας καλά ακόμα τη γλώσσα που ήταν γραμμένα, τα χρησιμοποιούσε μόνο για να υπομένει την δυσκοιλιότητά του- ήταν να βρίσκει τα λάθη ανάμεσα σε δυο, φαινομενικά, πανομοιότυπα σκίτσα.

Κατ’ επέκταση του παιχνιδιού του, σε συνθήκες δουλειάς, ο εγκέφαλός του κατασκεύαζε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, σε οποιοδήποτε μέρος κι αν βρισκόταν , ένα τέλειο, εικονικό αρχέτυπο του χώρου. Έπειτα εκείνος, έχοντας ανακαλύψει τις διαφορές του φανταστικού με το πραγματικό, προχωρούσε στην άμεση επισκευή τους. Τα δυο σφάλματα που είχε μόλις βρει μέσα στον ανελκυστήρα, ίσα που προλάβαινε να τα διορθώσει. Έβγαλε μια μικρή σιδερόβουρτσα απ’ την τσέπη του και με προσοχή, χτένισε τα μαλλιά του που ήταν γεμάτα τσουλούφια. Ύστερα, δάμασε με τα δυο του χέρια, τον απρόσμενο όγκο που είχε αποκτήσει η κόμη του, απ’ τον στατικό ηλεκτρισμό.

Αμέσως μετά, έβγαλε το μικρό, ηλεκτρικό κατσαβίδι απ’ το τσαντάκι που κρεμόταν στην μέση του κι έψαξε ανάμεσα στις δεκάδες βίδες που είχε στις τσέπες του, ποια θα ταίριαζε γάντι στην ορφανή τρύπα του καντράν του ανελκυστήρα. Δεν άργησε να διορθώσει και το τελευταίο σφάλμα. Λίγο πριν η θύρα ανοίξει κι αποβιβαστεί στον 24ο όροφο, χαμογελούσε υπερήφανος για τα κατορθώματά του, μπροστά στον κάτοπτρο. Έτσι καμαρωτός, περπάτησε στον διάδρομο και ρώτησε την γραμματεία που βρισκόταν το γραφείο του κ.Υπερμάστορα.

Χτύπησε την πόρτα, διακριτικά.

«Παρακαλώ, περάστε», κι εκείνος την άνοιξε χαρωπός, καθώς ήταν ελάχιστες οι φορές που του είχαν μιλήσει στον πληθυντικό στην ζωή του. Το γραφείο, δεν ήταν όπως το περίμενε. Έναν τέλειο χώρο δίχως ατέλειες δηλαδή, όπως θα άρμοζε στην φήμη του κατόχου του. Ούτε ο προϊστάμενος, ήταν όπως τον είχε φανταστεί. Έμοιαζε με τα στελέχη του λογιστηρίου, έτσι όπως στρογγυλοκαθόταν στην δερμάτινη πολυθρόνα του μέσα στα ρούχα ενός υπάλληλου γραφείου.

«Καθίστε, κύριε».

Μα πώς να καθίσει, την στιγμή που όπου κι αν γυρνούσε το βλέμμα του, ανακάλυπτε καινούρια, τεχνικά λάθη, εκεί που δεν περίμενε ποτέ να τα βρει. Ο καλοντυμμένος κύριος, ξεκίνησε ένα μικρό λογίδριο που ο δύστυχος μάστορας αδυνατούσε, με το φτωχό του λεξιλόγιο, να παρακολουθήσει. Δεν ήταν εξοικειωμένος με όρους όπως η “περικοπή θέσεων εργασίας”, ή “ο οικονομικός σχεδιασμός της εταιρείας, μας αναγκάζει…”. Αντ’ αυτού, βυθίστηκε στις σκέψεις του για τον χώρο.

κατσαβιδι ευτυχιας 3
Diego Riviera | Man at the Crossroads

Πίστευε πως όλα αυτά ήταν, το δίχως άλλο, ένα τεστ, στο οποίο τον είχε υποβάλλει ο κ. Υπερμάστορας για να τον δοκιμάσει. Προφανώς, θα ήταν κι εκείνος λάτρης του ίδιου παιχνιδιού. Ίσως να ήταν κι αυτός δυσκοίλιος. Αυτό ήταν, λοιπόν. Νόμιζε πως είχε λύσει το γρίφο. Ενώ ο τμηματάρχης συνέχιζε να μιλά, σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του και κατευθύνθηκε προς το μέρος του.

Εκείνος τρόμαξε νομίζοντας πως ο τεχνίτης είχε αγανακτήσει τόσο πολύ που σκόπευε να τον χτυπήσει. Τσούλησε την πολυθρόνα του πιο πίσω, κολλώντας την στον τοίχο κι έγειρε το σώμα του στο πλάι, για να είναι έτοιμος να χωθεί κάτω απ’ το γραφείο, αν δεχόταν επίθεση.

«Συγγνώμη, για μισό λεπτάκι».«Ναι βεβαίως», απάντησε σαστισμένος όταν είδε τον εργάτη να ισιώνει με τη βοήθεια ενός αλφαδιού, το κάδρο πίσω απ’ την πλάτη του.

Σάστισε ξανά, όταν έβγαλε ένα κατσαβίδι απ’ την τσέπη του και αντί να του χιμήξει, βίδωσε μια ξεχαρβαλωμένη πρίζα στον τοίχο. -Μα κύριε… Ο Μάστορας δεν άκουγε τίποτα. Μ’ ένα λιπαντικό σπρέι, απάλλαξε την πόρτα της αίθουσας, απ’ το ενοχλητικό της τρίξιμο.

«Μα καλά, που χωράν όλα αυτά στις τσέπες του;» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα.

«Κύριε, κύριε, για όνομα του Θεού, σταματήστε!». Τίποτα εκείνος. Στερέωσε το αλφάδι του πάνω στο γραφείο του μεγαλοστελέχους κι εξαφανίστηκε κάτω απ’ την πλατιά του επιφάνεια. Βίδωνε και ξεβίδωνε τα ποδαράκια του προσπαθώντας να το ευθυγραμμίσει. Που και που, εμφανιζόταν για λίγο για να ελέγξει το όργανο και να χαθεί, ξανά, κάτω απ’ το ορθογώνιο έπιπλο.

Ο τμηματάρχης, δεν άντεξε. Σηκώθηκε όρθιος, και παρά τον φόβο του, πήρε το βλοσσυρό του ύφος κι άρχισε να φωνάζει.

«Μα επιτέλους, άνθρωπέ μου, σταμάτα! Απολύεσαι, σου λέω! Θα το καταλάβεις; Απολύεσαι! Άδειασε μου την γωνιά, σε παρακαλώ!».

Παρά την γλωσσική του πενία, αυτή την λέξη την γνώριζε καλά, ο Μάστορας. Την είχε ξανακούσει κι άλλες φορές στο παρελθόν.

Το σοκ ήταν τόσο μεγάλο που ούτε φαγούρα δεν τον έπιασε. Μάζεψε τα εργαλεία του και δίχως να ρωτήσει το γιατί, τρέκλισε προς την έξοδο. Ήταν σίγουρος πως κάποιο τεράστιο λάθος, είχε κάνει στο τεστ. Προφανώς, μια πολύ χτυπητή ατέλεια του είχε ξεφύγει και του είχε κοστίσει την δουλειά του.

Τόσο λίγο, ήξερε τη διάλεκτο του προϊσταμένου του. Εισέπραξε τις τελευταίες οφειλές απ’ το λογιστήριο κι επέστρεψε σπίτι του, στην άλλη άκρη της πόλης, σέρνοντας τα πόδια του σε κάθε δρόμο που διέσχισε. Δεν έψαξε για δικαιολογίες κι ελαφρυντικά. Ανακοίνωσε μονολεκτικά στην γυναίκα του το συμβάν, μ’ ένα ύφος που έριχνε όλο το φταίξιμο πάνω του. Εκείνη κοκκάλωσε κι αυτός καταπλακώθηκε κι απ’ τον δικό της τρόμο για το μέλλον. Μην έχοντας καμιά όρεξη να φάει, κάθισε στην φθαρμένη, κουνιστή πολυθρόνα του.

κατσαβιδι ευτυχιας 4
Images are all details from Diego Rivera’s Detroit Industry Murals

Ο γιος του έτρεχε και μπουσουλούσε δίπλα του, ζητώντας την προσοχή του. Ο Μάστορας, δεν άντεχε ούτε να τον δει, απ’ τις ενοχές του. -Γιατί δεν ήμουν πιο προσεκτικός; αναρωτιόταν. Έστρεψε το βλέμμα του αλλού κι έκλεισε τα μάτια του. Δεν επρόκειτο να κοιμηθεί. Απλά, ένιωθε ανίκανος για να του αξίζει μια τέτοια οικογένεια. Αργά το βράδυ, κι ενώ το παιδί, ήδη κοιμόταν, έδιωξε την στοργική αγκαλιά της γυναίκας του. Θα έμενε εκεί. Δεν θα πήγαινε στο κρεβάτι τους. Θα έβαζε τα κλάμματα στο σκοτάδι, ποτίζοντας με αιτίες τις ενοχές του.

Όλο το βράδυ, τραμπάλιζε το κορμί του πάνω στην κουνιστή καρέκλα, φλερτάροντας με την πτώση, κάθε φορά που η υπερένταση τον έπνιγε με τον μανδύα της παροδικής τρέλας. Κάτω απ’ τα βλέφαρά του, βρισκόταν ξανά στο γραφείο του τμηματάρχη κι έψαχνε το λάθος που τους οδηγούσε και τους τρεις τους, σε οικονομικό αδιέξοδο. Η, άνευ σημασίας πια, εμμονή, τον είχε παραλύσει σφηνώνοντας τον στο πρόσφατο παρελθόν. Το επόμενο πρωί, αναγκάστηκε να γίνει πιο βίαιος και να σπρώξει τη ζεστασιά της γυναίκας του μακριά του, για να μείνει μόνος με την καινούρια του μανία. Δεν μπορούσε όμως, να κάνει το ίδιο και με το γιο του που ζητούσε τα χάδια του και τις απαντήσεις του στις αστείες του ερωτήσεις.

Τελικά, πήρε την κουνιστή του καρέκλα και κλειδαμπαρώθηκε στην κρεβατοκάμαρα, ουρλιάζοντας πως δεν ήθελε να τον ενοχλήσει κανείς. Δυο μέρες έμεινε κλεισμένος στο στενάχωρο δωμάτιο, χωρίς να φάει ούτε μπουκιά. Απασχολούσε το μυαλό του με το “τεστ”, για να μην αντικρίσει την μελλοντική τους επιβίωση που προμηνυόταν αρκετά δύσκολη σε έναν τόπο, πολύ μακριά απ’ τον χωροχρόνο της παιδικής του ηλικίας. Το πρωινό της τρίτης ημέρας, συγχρονίστηκε με τα χνώτα της πραγματικής και εμπειρικής ζωής, εξ’ αιτίας ενός δυνατού θορύβου και της νηπιακής κραυγής που τον συνόδευε. Πετάχτηκε έξω απ’ το δωμάτιο κι αντίκρισε το γιο του που φορούσε στο πρόσωπό του, την πιο αστεία, τρομοκρατημένη φάτσα που είχε δει ποτέ του.

Το παιδί, είχε ανοίξει την εργαλειοθήκη του και είχε γοητευθεί απ’ το κόκκινο χρώμα του ηλεκτρικού κατσαβιδιού. Όταν το πήρε στα χέρια του, πάτησε, άθελα του, τον επιλογέα λειτουργίας και το εργαλείο άρχισε να στριφογυρνά. Ο μικρός, το πέταξε έντρομος στο toelatirio.wordpress.com πάτωμα. Μόλις όμως ο μπόμπιρας διαπίστωσε πως ήταν ασφαλής κι ένιωσε την παρουσία του πατέρα του στο χώρο, αναρωτήθηκε τη χρησιμότητα εκείνου του μαραφετιού.

κατσαβιδι ευτυχιας 5
Images are all details from Diego Rivera’s Detroit Industry Murals

Στην προσπάθεια επίλυσης του γρίφου, έξυνε με μανία τον κρόταφό του, όπως συνήθιζε ο μπαμπάς του. Ο Μάστορας, έβαλε τα γέλια. Είχε επανέλθει οριστικά στη ζωή κι επιθυμούσε να βοηθήσει τον γιο του να λύσει την σπαζοκεφαλιά που τον τυρρανούσε. Όμως στο σπίτι τους, όπως ήταν φυσικό, δεν υπήρχε καμιά ατέλεια. Τίποτα το στραβό που θα έχριζε επισκευής. Ο σούπερ-τεχνίτης, έξυνε τώρα κι αυτός το κεφάλι του. Η γλυκιά γυναίκα, κρυφοκοίταζε απ’ την πόρτα τα δυο αρσενικά του σπιτιού, να επιδίδονται σε έναν ιδιότυπο, διαγωνισμό φαγούρας και χαμογελούσε.

Έπειτα από λίγα λεπτα, η λύση είχε εμφανιστεί στον ορίζοντα. Ο Μάστορας, της είπε να φορέσει το καλύτερό της φόρεμα, όσο εκείνος θα ντυνόταν με την καθαρή και φρεσκοσιδερωμένη φόρμα του. Την φίλησε τρυφερά και της διεμήνυσε πως θα έβγαιναν έξω, όλοι μαζί, «οικογενειακώς».

Κι έτσι έγινε… Η αξιοπερίεργη επισημότητα του ανδρόγυνου, με τον “κύριο” με την στολή εργασίας του και την “κυρία” με το λουλουδάτο της φόρεμα, να συνοδεύουν το πιτσιρικά που κρατούσε ένα κατσαβίδι κι ένα μπαλόνι, δεν περνούσε από πουθενά, απαρατήρητη. Ο Μάστορας, έδειχνε τα μυστικά της τέχνης του στο γιο του επισκευάζοντας όλες τις ατέλειες της πόλης. Ίσιωνε τα στραβά φανάρια στις διασταυρώσεις, συγκολλούσε με τη βοήθεια της “σούπερ-κόλλας” του τα σπασμένα παρτέρια, επιδιόρθωνε τις φθαρμένες υδρορροές των πολυκατοικιών, ενώ έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του με τις χαλασμένες επιγραφές των μικρομάγαζων.

Όπου μπορούσε, έδειχνε στον μικρό πως να χρησιμοποιεί το κατσαβίδι του, ενώ η γυναίκα του στεκόταν πλάι τους και τους καμάρωνε. Στην αρχή, όλοι τους περνούσαν για παλαβούς κι αναρωτιόνταν τί μέλλον θα μπορούσε να έχει αυτό το παιδί μαζί τους. Έπειτα όμως, παρακολουθώντας τα γελαστά και γαλήνια πρόσωπά τους, γίνονταν πιο επιεικείς μαζί τους.

Τελικά, πολλοί κατέληξαν να προσκαλούν το ιδιόρρυθμο συνεργείο, απ’ τα μπαλκόνια και τις ανοιχτές τους πόρτες, στα σπίτια τους και στα μαγαζιά τους, για να επισκευάσουν, με το αζημίωτο φυσικά, τις λογής-λογής φθορές των κτισμάτων τους. Όπως είναι ευνόητο, ο Μάστορας έφτιαχνε στο μυαλό του μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, το αρχέτυπο κάθε χώρου κι ύστερα, σύμφωνα με το αγαπημένο του παιχνίδι, έβρισκε τις διαφορές και τις «τακτοποιούσε».

Φυσικά, δεν θα γινόταν να ικανοποιήσει κανείς τόσα πολλά αιτήματα, μέσα σε μία ημέρα. Η περιοδεία στους δρόμους της πολιτείας συνεχίστηκε και τις επόμενες. Όλοι είχαν μάθει πλέον για τον “Υπερμάστορα” που είχε γίνει πλέον, περιζήτητος.

Τί κι αν τον είχαν διωξει από μια εταιρεία; Θα έφτιαχνε όλη την πόλη.

Κι αν κάποτε τελείωναν οι ατέλειές της; Ε, τόσες πόλεις υπήρχαν…

Πηγή: https://toelatirio.files.wordpress.com


Cover artwork: Diego Riviera | Part of the Detroit Industry North Wall fresco

 

© I for Interview team

Σε περίπτωση που επιλέξατε να αναδημοσιεύσετε κάποιο κείμενό μας στο δικό σας site, σας ευχαριστούμε ιδιαίτερα εκ των προτέρων για την προτίμηση! Ωστόσο,  να σας υπενθυμίσουμε το πόσο ευχάριστο και δίκαιο είναι να ακολουθούνται οι δεοντολογικοί κανόνες που ορίζουν τη σωστή και λειτουργική αναφορά στην αρχική  πηγή ( δλδ. αναγραφή πλήρους ονόματος του site μας και ενεργό link που ανακατευθύνει στο πρωτότυπο άρθρο). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζετε τον κόπο και τη δουλειά μας και σας ευχαριστούμε διπλά!

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Φρέσκα άρθρα στο Lunch break

Στην Κορυφή