fbpx

Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

Δεν είμαστε τυχεροί, χρειάστηκε κόπο και περιθωριοποίηση | Άννα Ετιαρίδου

στo Working heroes

Θέλω να λαμβάνω τα νέα άρθρα του IforINTERVIEW με e-mail.

Συνέντευξη στην Αμάντα Πατσοπούλου // IforInterview

Γενάρης 2017

Μόλις είχε βραδιάσει όταν σε ένα ζεστό cafe των Εξαρχείων  συνάντησα την Άννα. Λες και γνωριζόμασταν ήδη δύο ζωές επενδύσαμε 3 ώρες στη γνωριμία μας. Με γοήτευσε το πάθος της για το θέατρο, με συνεπήρε η έννοια της για τους ανθρώπους και η ανάγκη της για συνεχή δημιουργία.

 

Έχεις απασχοληθεί σε εργασίες άσχετες με το χώρο του θεάτρου, είτε από επιλογή είτε από ανάγκη να βιοποριστείς; Αν ναι, σε τι θέσεις εργασίας και τι αποκόμισες από αυτές τις εμπειρίες σου ;

 

Έχω κάνει δουλειές άσχετες, πολύ άσχετες με το θέατρο. Κατ’ αρχάς χρειαζόμουν τα λεφτά για να ζήσω -ακόμα και όταν σπούδαζα, αφού η σχολή ήταν ιδιωτική, οπότε έπρεπε να πληρώνω τα δίδακτρα-  και έτσι δούλευα σε διάφορες δουλειές όπως baby-sitting, γραμματειακή υποστήριξη σε εταιρεία, διανομή φυλλαδίων. Κι ενώ έχω περάσει από όλα αυτά, δεν έχω κάνει ποτέ μία δουλειά θεατρική που δε μου άρεσε. Αυτό ήταν επιλογή μου. Πάντα προτιμούσα  να μοιράζω π.χ. φυλλάδια και το απόγευμα να πάω στην ομάδα και να κάνω την πρόβα ή την παράσταση έτσι ακριβώς όπως το θέλω εγώ. Οπότε, ενώ δεν ήταν ακριβώς “επιλογή μου” οι διάφορες εργασίες που έκανα -αφού είχα την ανάγκη να δουλέψω-, ήταν επιλογή μου να μη δουλέψω στο θέατρο για να βιοποριστώ. Όπως όλα τα πράγματα που μαθαίνεις να κάνεις, ναι, μου έδωσαν κάτι αυτές οι δουλειές, αλλά πιστεύω πως κι αν δεν τις είχα κάνει, δε θα ήμουν πιο φτωχή.

 

Θέλει να ασχολείσαι με τον άνθρωπο · είναι τόσο ανθρωποκεντρική τέχνη το θέατρο που αν δεν ασχοληθείς με το διπλανό σου, πώς νοιώθει, τι σκέφτεται, να μπορείς να “τον διαβάσεις”, τότε δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορεί να σε βοηθήσει.

Πότε συνειδητοποίησες ότι η ηθοποιία θα είναι για σένα τόσο τέχνη όσο και επάγγελμα μαζί; Μίλησέ μας για το ξεκίνημά σου στο χώρο. 

 

Από τον πρώτο χρόνο που πήγα στη σχολή, ήξερα ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου. Όμως δεν ήξερα πώς θέλω να το κάνω. Εκεί συνάντησα έναν εμπνευσμένο δάσκαλο, τον Βίκτωρα Παγουλάτο, ο οποίος επέμενε πως αν θέλουμε να κάνουμε θέατρο ως Τέχνη και όχι απλά να είμαστε “επαγγελματίες ηθοποιοί” , τότε θα έπρεπε να μην ακολουθήσουμε την πεπατημένη, δηλαδή οντισιόν, κάστινγκ, να κυνηγάμε σίριαλς κ.λπ., αλλά θα έπρεπε να φτιάξουμε μία ομάδα και να κάνουμε έξτρα πρόβες στον ελεύθερο χρόνο μας. Έτσι θα μπορούσαμε και να κάνουμε πάνω στο θέατρο περισσότερα πράγματα, αλλά και να κάνουμε το θέατρο που εμείς πιστεύαμε ότι πρέπει να υπάρχει. Να έχουμε δηλαδή μία “άποψη”. Αυτό μας το έμαθε στο 2ο έτος και, τι κι αν έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε, τον ευγνωμονώ ακόμα που μας έδειξε αυτό το δρόμο · είναι ένας δρόμος για τον οποίο δε μετάνιωσα ποτέ. Σίγουρα, για όσους ξεκινούσαν με το όραμα να “πάνε στην τηλεόραση” και να γίνουν διάσημοι, η ομάδα δεν ήταν μια θελκτική ιδέα. Δυστυχώς, πολλούς τους γοήτευε ιδιαίτερα το γυαλί, το να παίξουν δίπλα σε κάποια φίρμα, θαμπωνόντουσαν πολύ εύκολα θα έλεγα. Με το που ερχόταν κάποιος ηθοποιός της τηλεόρασης να μας διδάξει, πέφταν πάνω του για να γίνουν αρεστοί και πήγαιναν σε πάρτι για να γνωρίσουν τηλεοπτικούς σκηνοθέτες. Βέβαια, όταν ξεκινούσε η πρόβα όλα αυτά ήταν άσχετα, δεν είχε καμία σημασία σε ποιο πάρτι ήσουν την προηγούμενη μέρα. Πολλοί λοιπόν δουλεύαμε σε άλλες δουλειές και κάθε απόγευμα συναντιόμασταν και κάναμε πρόβες, ενώ για 2-3 χρόνια δεν κάναμε καν παραστάσεις. Δεν ήμασταν ποτέ έτοιμοι για παράσταση μέχρι που κάποια στιγμή μέσω συγκυριών –βλέπεις, η τύχη είναι και βοηθός- δημιουργήσαμε ένα νέο είδος που μέχρι τότε δεν υπήρχε, το bar theatre. Ήμασταν η πρώτη ομάδα στη Ελλάδα σε αυτό το νέο είδος, το υπερασπιστήκαμε, αλλά και το εξελίξαμε πάρα πολύ για 6-7 χρόνια τουλάχιστον, μέχρι που κάποια στιγμή έκλεισε σαν κύκλος για εμάς και το αφήσαμε. Εκεί για πρώτη φορά βγάζαμε ένα μικρό χαρτζηλίκι, όχι για να ζήσουμε βέβαια. Κάθε βράδυ στις 22:00 κάναμε παράσταση και το άλλο πρωί πηγαίναμε στην όποια δουλειά είχαμε.

Φτάσαμε στο σημείο κάποια στιγμή που είπαμε ότι “θα ρίξουμε τη ζαριά μας”. Εγώ είχα ήδη αρχίσει να διδάσκω, είδα ότι ήταν κάτι το οποίο αγαπούσα να κάνω και είπαμε με τον Κώστα “ας ξεκινήσουμε κάτι δικό μας”. Το ξεκινήσαμε με πολλή προσωπική εργασία και πολύ λίγα λεφτά και έτσι από το 2004 που ανοίξαμε την Περιπλάνηση, ζούμε από αυτό.

 

Ποια είναι η άποψή σου πάνω στο  θέμα “ταλέντο“;

 

Όλοι έχουν την αίσθηση ότι θα πάω σε μια Δραματική Σχολή,  θα με δουν και θα μου πουν αν έχω ταλέντο. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο λάθος. Στην πραγματικότητα κανείς δεν μπορεί να αναγνωρίσει τις ικανότητές σου. Είναι άλλωστε κάτι που δεν αναγνωρίζεται εύκολα. Μπορεί να παρακολουθείς έναν ηθοποιό για χρόνια και πάλι να μην μπορείς να δεις όλες του τις δυνατότητες. Κατά δεύτερον, στη Σχολή δεν πάμε για να “μας δούνε” αλλά για να μάθουμε θέατρο. Θεωρώ άσχετους τους καθηγητές υποκριτικής που λένε: “Α, αυτός έχει ή δεν έχει ταλέντο”. Διδάσκω θέατρο εδώ και 15 χρόνια και δεν μπορώ να διακρίνω από την πρώτη στιγμή ποιος/α μπορεί να κάνει πράγματα. Με έχουν εκπλήξει πολύ ευχάριστα άνθρωποι που δεν μπορούσαν να σου πουν ”καλημέρα” από την ντροπή τους. Το ταλέντο θεωρώ ότι μαθαίνεται. Θέλει μία βάση ανησυχίας, ευαισθησιών και αγωνίας. Λέω στους μαθητές μου συχνά: “Έχεις αγωνία για το τι συμβαίνει στον κόσμο, για το πώς προχωράει η κοινωνία, για το πώς εξελίσσεται ο άνθρωπος, για το αν δημιουργούμε πολιτισμό;” Πάνω στην ευαισθησία και την ανησυχία του καθενός θα έρθει μετά η δουλειά και θα δώσει αυτό που πρέπει να δώσει. Νομίζω ότι το ταλέντο είναι αυτό ακριβώς που πηγάζει από όλα αυτά. Δεν έχουμε τίποτα πηγαίο, όλα χτίζονται. Δεν μπορείς να είσαι παιδί-θαύμα στο θέατρο. Μπορεί να είσαι ένα χαριτωμένο παιδί ή να είσαι πολύ άνετος στο να βγεις να τραγουδήσεις, να μιλήσεις, αλλά… μπορείς να αντιληφθείς γιατί η Blanche DuBois  τρελαίνεται στο τέλος; Αυτό θέλει μία γνώση του κόσμου, μία παρατηρητικότητα. Θέλει να ασχολείσαι με τον άνθρωπο · είναι τόσο ανθρωποκεντρική τέχνη το θέατρο που αν δεν ασχοληθείς με το διπλανό σου, πώς νοιώθει, τι σκέφτεται, να μπορείς να “τον διαβάσεις”, τότε δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορεί να σε βοηθήσει.

 


Το θεατρικό εργαστήρι “Περιπλάνηση” είναι κατά κύριο λόγο ο τρόπος που βιοπορίζεστε, εσύ και ο Κώστας;

 

Ενώ η Ομάδα Πλάνη υπάρχει από το 1996, το θεατρικό εργαστήρι Περιπλάνηση λειτουργεί 12 χρόνια, δηλαδή διδάσκουμε εδώ και 12 χρόνια. Στην ουσία πλέον ζούμε από αυτό, από τη διδασκαλία και όχι από τις παραστάσεις. Λόγω της κρίσης έχουν μειωθεί οι μαθητές, αλλά πάντα έχουμε τόσους όσους να μπορούμε να ζούμε εμείς και το παιδί μας. Βέβαια δεν κάνουμε ποτέ υπερβολές, δεν είμαστε παραδοσιακοί, φανατικοί καταναλωτές που θα πάνε κάθε Σάββατο για ψώνια. Έχουμε λιτή ζωή και πολλούς λογαριασμούς. Ως ελεύθερους επαγγελματίες, μας κυνηγάει φυσικά και η Εφορία. Έχουμε ζοριστεί αρκετά, αλλά κάνουμε αυτό που αγαπάμε και έτσι δεν το θεωρώ και τόσο μεγάλο τίμημα αυτό. Ξέρω ανθρώπους οι οποίοι κάνουν κάτι που σιχαίνονται και δυσκολεύονται εξίσου. Προσωπικά, δε με πειράζει να ζήσω και με λιγότερα λεφτά. Αυτό που δε θέλω είναι να μειώσω μέσα μου την αγωνία και την ανάγκη μου για έμπνευση και δημιουργία.

 


Η συνέντευξη εργασίας για έναν ηθοποιό είναι το λεγόμενο «casting». Τι προετοιμασία απαιτεί αυτή η διαδικασία, πώς λειτουργεί συνήθως, και πόσο αγχωτική είναι; Υπάρχει αξιοκρατία στην επιλογή ηθοποιών; 

 

Η αλήθεια είναι πως επειδή αυτό είναι κάτι που δεν το έκανα, δεν μπορώ να σας πω και πολλά. Ίσως ακουστεί λίγο “στραβά” αυτό που θα πω, αλλά υπάρχουν πολλοί θεατρικοί χώροι. Πρέπει να αποφασίσεις πού θέλεις να ανήκεις. Δεν είναι σαν να πηγαίνεις σε κάποια εταιρεία, με προσόντα, σπουδές, ένα βιογραφικό καλό και μετά πιθανόν αξιοκρατικά να σε πάρουν. Στο θέατρο είναι τόσο μπλεγμένα τα πράγματα, τόσο περίεργες οι διαπροσωπικές σχέσεις, το πολιτικό μέσο, οι συμπάθειες, το πόσο μιλάς ή δε μιλάς, αν δηλαδή αφήνεις τη “γλώσσα σου ελεύθερη” να εκφράζεται ή όχι και όλα πάντα εξαρτώνται και από το τι θέλεις να κάνεις. Υπάρχει ο χώρος της τηλεόρασης, υπάρχει το θέατρο αλλά και κάποιοι παρεμφερείς κλάδοι, όπως οι μεταγλωττίσεις, όπου βλέπεις παντού πως αξιοκρατία δεν υπήρξε ποτέ. Χωρίς κάστινγκ αλλά με πάρα πολύ σκληρή δουλειά, πάρα πολλές γνώσεις, με κόπο και αγωνία, μπορεί να φτάσεις σε ένα μικρό αποτέλεσμα, αλλά σίγουρα θα είσαι ευχαριστημένος γιατί θα κάνεις την παράστασή σου έτσι ακριβώς όπως θέλεις, χωρίς να δίνεις λογαριασμό σε κανέναν. Το κάστινγκ γενικά είναι τρομερά ψυχοφθόρο. Στο θέατρο δεν είσαι μουσικός, να σου πουν ίσως “παίξε μας κάτι με τη κιθάρα σου”. Στο θέατρο είσαι μόνο εσύ, το νευρικό σου σύστημα και το σώμα σου και σου λένε ξαφνικά: “Για δείξε μου τι ξέρεις, δείξε μου τι κάνεις!”. Είναι πάρα πολύ ψυχοφθόρο λοιπόν το να σε απορρίπτουν πάνω σε αυτό. Εκείνη τη στιγμή είναι σαν να σου «φτύνουν» την ύπαρξή σου. Όσοι έχουν περάσει από πολλά κάστινγκ και οντισιόν, βλέπεις ότι κουβαλάνε μία απογοήτευση στα μάτια, μία αίσθηση απόρριψης γιατί στο τέλος σε κάνουν να πιστεύεις ότι δεν αξίζεις. Και έτσι το 90% των συμμαθητών μου από τη Σχολή τα παράτησαν. Και ο περισσότερος άλλωστε κόσμος από το χώρο του θεάτρου έτσι φεύγει, λόγω μεγάλης απογοήτευσης και λόγω απόρριψης. Χωρίς να ισχύει, κλονίζεσαι και λες “δεν αξίζω” ενώ μπορεί απλά να προτιμήθηκε κάποιος άλλος. Είναι πάρα πολύ σκληρό.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ Του Αυγούστου Στρίντμπεργκ. Μετάφραση: Αννα Ετιαρίδου. Σκηνοθεσία: Κώστας Δελακούρας.

Είσαι ηθοποιός, συγγραφέας και σκηνοθέτης. Μοιράζεις τον χρόνο σου ισότιμα στις τρεις αυτές ενασχολήσεις ή διατηρείς κάποια από αυτές περισσότερο σαν χόμπι;

 

Αναγκάστηκα να τα κάνω όλα. Αν με ρωτήσεις, θα σου πω ότι είμαι ηθοποιός αλλά αναγκάστηκα και να σκηνοθετήσω και να γράψω, λόγω του ότι μέσα σε μία ομάδα πρέπει να τα κάνεις όλα. Για παράδειγμα, στο bar theatre δε βάζαμε απλά μία σκηνή και ο κόσμος παρακολουθούσε πίνοντας το ποτό του. Παίζαμε σε όλο το χώρο. Κάπως έτσι μπήκαμε στη διαδικασία να γράψουμε έργα, αναγκαστήκαμε να σκηνοθετούμε ο ένας τον άλλο. Εγώ και ο Κώστας, που είχαμε αναλάβει μαζί τη σκηνοθεσία, στην αρχή “παίζαμε ξύλο” μεταξύ μας, αφού ο καθένας είχε την άποψή του και έλεγε: “όχι, αυτό πρέπει να θα γίνει έτσι”. Τρώγαμε άπειρες ώρες, δημιουργικό χρόνο και τα νεύρα μας γινόντουσαν τσατάλια, μην μπορώντας να συμφωνήσουμε. Οπότε ξεκινήσαμε να αποφασίζουμε ποιος θα σκηνοθετεί κάθε φορά και ο άλλος με τη σειρά του ήταν υποχρεωμένος να “ακούει’ όταν είχε απλά το ρόλο του ηθοποιού. Μπορεί λοιπόν να αφιερώνω περισσότερο χρόνο ως ηθοποιός στον εαυτό μου, αλλά έχω κάνει άπειρες ώρες πρόβας σαν σκηνοθέτης, έχω μεταφράσει πολλά έργα και έχω γράψει άλλα τόσα. Το ένα βοηθά πολύ το άλλο. Όταν άρχισα να γράφω έγινα καλύτερη ηθοποιός και ως ηθοποιός έγραφα καλύτερα από κάποιον που δεν ήταν ποτέ ηθοποιός.

Τώρα, που δεν υπάρχει ωράριο, ανά πάσα ώρα και στιγμή πρέπει να είμαι έτοιμη. Ένα ωράριο θα μου οριοθετούσε κάτι, ενώ έτσι όπως είναι τώρα δεν τελειώνει ποτέ η δουλειά. Αυτό που με κάνει και αντέχω είναι ότι αγαπώ πολύ τη δουλειά μου.

Θα θέλαμε να μας περιγράψεις την επαγγελματική σου καθημερινότητα. Ποιο είναι το σύνηθες ωράριό σου; Πώς ισορροπείς το επάγγελμα και την προσωπική σου ζωή;

Εξαρτάται από τις περιόδους. Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και Νοέμβρη είμαστε απασχολημένοι από το πρωί μέχρι το βράδι ασταμάτητα, όπως επίσης και τα Σαββατοκύριακα. Συνήθως είμαι στο πόδι από τις 7 το πρωί -που ξυπνάμε ούτως ή άλλως για να πάμε και το παιδί μας στο σχολείο. Τις πρόβες μας τις έχουμε πρωί και τα απογεύματα έχουμε τα μαθήματά μας. Ο Γενάρης και ο Φλεβάρης έχουν πιο χαλαρά πρωινά. Στην ουσία εγώ ορίζω το πρόγραμμά μου, αλλά πολλές φορές είναι τόσο πολλά αυτά που πρέπει να γίνουν και βλέπω ότι δεν προλαβαίνω. Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο που έχουμε το Φεστιβάλ του θεατρικού εργαστηρίου Περιπλάνηση, έχουμε δηλαδή 6 διαφορετικά έργα να ανεβάσουμε με τους μαθητές μας, στέλνω το παιδί στη μαμά μου συνεχώς, δεν το βλέπω σχεδόν καθόλου και επί δύο μήνες είμαι μέσα σε ένα θέατρο. Στα τέλη Ιουλίου, αφού είμαστε μονίμως μέσα στη συσκότιση του θεάτρου-εκεί ξημεροβραδιαζόμαστε, εκεί τρώμε- βγαίνουμε έξω με τον Κώστα σαν κάτι πουλάκια που τα είχαν σε κλουβιά και επιτέλους λέμε: “Αχ καλέ, καλοκαίρι!”. Οι δύο πρόβες τζενεράλε που έκανα φέτος με τις ομάδες μου τελείωσαν στις 5 το πρωί. Αν μπορούσα με κάποιο τρόπο να τα συνδυάσω όλα σε ένα ωράριο και να τελειώνω ας πούμε καθημερινά στις 5 το απόγευμα, θα ήμουν πολύ ευχαριστημένη. Θα μπορούσα και εγώ να ασχοληθώ και με άλλα πράγματα. Τώρα, που δεν υπάρχει ωράριο, ανά πάσα ώρα και στιγμή πρέπει να είμαι έτοιμη. Ένα ωράριο θα μου οριοθετούσε κάτι, ενώ έτσι όπως είναι τώρα δεν τελειώνει ποτέ η δουλειά. Αυτό που με κάνει και αντέχω είναι ότι αγαπώ πολύ τη δουλειά μου. Ακόμα και όταν είμαι πάρα πολύ κουρασμένη, αυτό με κρατάει μέχρι να πάω εκεί. Μόλις ξεκινήσει η πρόβα, ως δια μαγείας φεύγει η κούραση, σου έρχονται ιδέες, αρχίζεις να λειτουργείς και αυτό είναι η επιβράβευση ενός μεγάλου κόπου και πολλής δουλειάς.

 

Λένε κάποιοι, πως η τέχνη πρέπει να παραμένει ερωμένη και πως αν την κάνουμε «επάγγελμα» θα πάψει να μας γοητεύει. Σε τι βαθμό ισχύει αυτό;

Νομίζω πως αυτό ισχύει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Είναι καλύτερο να κάνεις μία άλλη δουλειά άσχετη από το αντικείμενο που αγαπάς ώστε να μπορείς να δώσεις όλο σου το «είναι» σε αυτό μετά χωρίς να κάνεις εκπτώσεις, παρά να πεις ότι θα κάνεις θέατρο όπως ορίζουν τα θεατρικά δρώμενα, να κάνεις δηλαδή εκπτώσεις απλά και μόνο για να πεις ότι υπάρχω και εγώ στο θέατρο. Πονάει πολύ να το κάνεις αυτό. Στη σχολή και κανά δυο φορές μετά το έζησα και με πονούσε πολύ που π.χ. μια ηρωίδα που ήθελα να παίξω την αντιμετώπιζαν με έναν συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο εγώ δε συμφωνούσα. Με πονάει ακόμα και τώρα όταν βλέπω να μην αντιμετωπίζεται το θέατρο σοβαρά, όταν ακούω απόψεις επί αυτού φθηνές. Είμαι ακόμα ερωτευμένη με το θέατρο και διατηρώ μέσα μου κάτι το “παρθένο” με το πώς το βλέπω. Νομίζω ότι αν έπρεπε να με βασανίσουν για να απαρνηθώ το θέατρο, θα άντεχα τα βασανιστήρια προκειμένου να μην απαρνηθώ αυτό που έχω μέσα μου. Γι’ αυτό άργησε άλλωστε και να γίνει επάγγελμα για εμάς το θέατρο. Ακόμα και σήμερα, πολλοί βλέπουν την τόση αγάπη με την οποία κάνουμε θέατρο και νομίζουν ότι είμαστε ερασιτέχνες και ότι από κάπου αλλού βγάζουμε λεφτά. Υπάρχει βέβαια και ένα μεγάλο τίμημα σε όλο αυτό. Πολύ συχνά μας λένε πως “είστε τυχεροί, κάνετε αυτό που αγαπάτε”! Δεν είμαστε τυχεροί, χρειάστηκε πολύ κόπο και περιθωριοποίηση. Ήθελε θάρρος, δεν πίστευε κανείς σε εμάς. Εγώ και ο Κώστας σφιχταγκαλιαστήκαμε μπροστά στον κόσμο για ένα όραμα και συχνά το πληρώσαμε με αίμα αυτό, συχνά υποφέραμε, μας πολέμησαν και εμείς έπρεπε να αντέχουμε. Μας λένε συχνά: “εσείς κάνετε αυτό που αγαπάτε, κάνετε τα πράγματα όπως τα θέλετε” και δεν ξέρουν πως αυτό κατακτήθηκε και κατακτιέται ακόμα. Κάθε μέρα δίνουμε τρομερό αγώνα για να μην πάψουμε να εξελισσόμαστε. Δεν είμαστε τυχεροί. Θέλει κόπο, πόνο και προσπάθεια.

 

Ποιο είναι το εργασιακό καθεστώς ενός ηθοποιού (ασφάλιση, παροχές) και ποιο είναι το ανώτερο και το κατώτερο μισθολογικό όριο για έναν ηθοποιό θεάτρου; Χρειάζονται παράπλευρες δουλειές για να συμπληρωθεί ένα αξιοπρεπές μηνιαίο εισόδημα;

Μέχρι να αρχίσει όλη αυτή η ιστορίας της κρίσης, υπήρχαν Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας στο θέατρο, στο ΙΚΑ δηλαδή ανήκαν και οι ηθοποιοί. Στην τηλεόραση και στις μεταγλωττίσεις συχνά δούλευαν και με μπλοκάκι -οι μεταγλωττίσεις ήταν ένας καλός τρόπος να βγάλεις κάποια λεφτά. Αυτό που βλέπω από συναδέλφους είναι ότι το επάγγελμα του ηθοποιού τείνει να εξαφανιστεί, δε βγάζουν λεφτά. Ο καθένας παλεύει με χιλιάδες τρόπους να τα “κουτσοβγάλει” πέρα. Στην τηλεόραση φαντάσου ότι πλέον δεν πληρώνονται κι ας είχε κάποτε πολλά λεφτά, περνούν μήνες και δεν παίρνουν ποτέ τα λεφτά που τους είχαν υποσχεθεί. Εξάμηνα και οχτάμηνα να περνούν, να έχει τελειώσει ακόμα και η προβολή μιας τηλεοπτικής σειράς και ακόμα να μην έχουν πληρωθεί. Στα δε θέατρα, δεν ξέρω πώς πάει ακριβώς, δηλαδή αν πληρώνονται με βάση τα εισιτήρια αφού είναι αδύνατον να πληρωθούν πια μισθοί. Οι μεταγλωττίσεις και αυτές δεν υπάρχουν πια, πλέον έχουμε κυρίως υποτιτλισμό. Ένας νέος ηθοποιός, με νοίκι και λογαριασμούς δεν μπορεί να ζήσει, οφείλει να κάνει και μία έξτρα δουλειά. Εγώ αυτό σαν φοιτήτρια το έκανα ως επιλογή, τώρα πλέον είναι ανάγκη, τα τελευταία τουλάχιστον πέντε χρόνια.

 

Υπάρχουν ανταγωνιστικοί κλάδοι; Υπάρχουν ειδικότητες που μπορούν να παρεισφρήσουν στο χώρο σας και να μειώσουν κατά συνέπεια τις διαθέσιμες ευκαιρίες για εσάς;

Αυτό αφορά τη λεγόμενη αξιοκρατία στο θέατρο. Είναι κάτι που δεν μπορείς να το κρίνεις εύκολα, δεν υπάρχει άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος άλλωστε, οπότε ο καθένας -αν θέλει- μπορεί να κάνει μία παράσταση. Το πτυχίο της Δραματικής Σχολής δεν έχει αξία, δε σ’ το ζητάνε πουθενά, ούτε θα σε προτιμήσουν παραπάνω λόγω αυτού. Αν τους κάνει παραπάνω κάποιος άλλος, θα τον πάρουν χωρίς να κοιτάξουν αν έχει πτυχίο. Οι πόρτες ανοίγουν πιο εύκολα σε ανθρώπους που έχουν μία μόνιμη παρουσία στο θέατρο και τους έχουν δει επί τω έργω. Ο κόσμος μπορεί να έχει μία συμπάθεια σε κάποιον, μπορεί να αποθέωνε κάποιους πριν από 10 χρόνια που πλέον δεν υπάρχουν πια, αλλά ο ηθοποιός “μένει στο σινάφι” από τους συναδέλφους του. Από την άλλη, το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό είναι σκληρό, δεν ξεγελιέται εύκολα. Όταν λέω θεατρόφιλο κοινό, δεν εννοώ αυτό που είδε κάποιον στην τηλεόραση και απλά θέλει να πάει να τον δει και στο θέατρο, αυτοί πάνε απλά για να διασκεδάσουν, αναζητούν ψυχαγωγούς, δεν τους ενδιαφέρει το θέατρο. Το θεατρόφιλο κοινό, που πηγαίνει κάθε χρόνο σε πολλές παραστάσεις, δεν ξεγελιέται.

Οι πρόβες στον ηθοποιό είναι σαν τις ώρες πτήσεις στον πιλότο. Όσο πιο πολλή πρόβα έχεις κάνει, τόσο πιο πολύ έχεις εξελιχθεί.

Τι απαιτήσεις έχει η εξέλιξη ενός ηθοποιού και ενός σκηνοθέτη; Πώς κρατιέται «μέσα στα πράγματα», πώς βελτιώνεται και πώς καταφέρνει να ξεχωρίσει από τους άλλους;

Κάνοντας πάρα πολλές πρόβες. Οι πρόβες στον ηθοποιό είναι σαν τις ώρες πτήσεις στον πιλότο. Όσο πιο πολλή πρόβα έχεις κάνει, τόσο πιο πολύ έχεις εξελιχθεί. Προσωπικά με βοήθησαν και η συγγραφή και η μετάφραση αλλά και η σκηνοθεσία, μα πιο πολύ από όλα με βοήθησε η διδασκαλία. Με εξέλιξε ως ηθοποιό, έμαθα πολλά πράγματα και μου δόθηκε η ευκαιρία να ασχοληθώ με πάρα πολλά είδη θεάτρου και με πολλούς συγγραφείς. Είδα από το ρόλο του δασκάλου, απ΄ έξω δηλαδή, πολλά είδη όπως το θέατρο του παραλόγου, το ρεαλιστικό, το επικό, το θέατρο της αποστασιοποίησης και όλα αυτά με εξέλιξαν πάρα πολύ. Επίσης, αυτό που εξελίσσει πάρα πολύ έναν ηθοποιό είναι η παρατήρηση. Από ένα σημείο και έπειτα σου γίνεται σχεδόν “βίτσιο”. Θα μπορούσα να κάθομαι με τις ώρες να παρατηρώ τον κόσμο και να προσπαθώ να αναγνωρίσω τι συμβαίνει στη κάθε παρέα, πώς σκέφτονται, πώς κοιτάζονται. Η παρατήρηση σε βοηθάει πολύ στην υποκριτική αφού πάντα έχεις μία μνήμη που για παράδειγμα σου λέει πως “όταν ένας άνθρωπος ντρέπεται μπορεί να λειτουργήσει με αυτούς τους διάφορους τρόπους”. Η σπουδή στην ανθρώπινη φύση είναι ένα μεγάλο σχολείο για τον ηθοποιό. Πρέπει να παρατηρεί και να αγωνίζεται διαρκώς να καταλάβει τους ανθρώπους. Πάντα προσπαθώ να αναγνωρίσω τι συμβαίνει μέσα στον κάθε άνθρωπο.

ΣΤΗ ΝΕΚΡΑ ΤΟΥ ΡΕΜΙ ΝΤΕ ΒΟΣ

Γι αυτό θεωρώ πως η κρίση είναι τεχνητή, την έφτιαξαν για να υποδουλώσουν ακόμα περισσότερο τον κόσμο. Γιατί συνέβη αυτό; Σκέφτομαι ότι μάλλον μας κυβερνούν σαδιστές.

Η παράσταση «Στη Νεκρά» του Ρεμί ντε Βος, αν και στηριζόμενη σε ένα κείμενο που γράφθηκε 23 χρόνια πριν, ήταν πιο επίκαιρη από ποτέ για την Ελλάδα. Ποιες ήταν οι αντιδράσεις που λάβατε από το κοινό σας;

Το έργο πυροδότησε πολλές κουβέντες σχετικές με το πώς έχουμε καταντήσει έτσι, πώς γίναμε έτσι, γιατί τα εργασιακά μας, μας έχουν καταστρέψει τόσο πολύ. Το έργο γράφτηκε το 1994 στη Γαλλία άρα αυτό σημαίνει λοιπόν ότι η Γαλλία, αυτά που ζούμε εμείς σήμερα, τα ζει από τότε. Και κάπου εδώ θα ήθελα να αμφισβητήσω πάρα πολύ την κρίση αφού οι Γάλλοι δεν είχαν κρίση το 1994. Πώς δικαιολογείται λοιπόν ότι αυτοί οι εργαζόμενοι ήταν σε τέτοια κατάσταση, σε τόσο μεγάλη ένταση, αγωνία, φόβο, τρόμο, σε τόσο έντονο πόνο, χωρίς να υπάρχει καμία κρίση; Σε εμάς, τα δικαιολόγησαν όλα αυτά με επίφαση την κρίση. Μήπως ήταν ένα πολύ καλά προμελετημένο σχέδιο που είχε σκοπό να εγκλωβίσει τους ανθρώπους, μέσω δανείων, μέσω lifestyle, μέσα σε έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, όπου δε θα μπορούσαμε να σηκώσουμε κεφάλι μα μόνο θα παρήγαμε; Σε κάθε χώρα χρησιμοποίησαν κι άλλο τρόπο για να τα δικαιολογήσουν όλα αυτά. Γι αυτό θεωρώ πως η κρίση είναι τεχνητή, την έφτιαξαν για να υποδουλώσουν ακόμα περισσότερο τον κόσμο. Γιατί συνέβη αυτό; Σκέφτομαι ότι μάλλον μας κυβερνούν σαδιστές. Όταν βλέπω τον Σόιμπλε σκέφτομαι ότι “θέλει να πίνει αίμα”. Αυτά που ζητάει δεν έχουν λογική. Σκέψου ότι ένας τραπεζίτης που μπορεί να έχει ας πούμε 1 δις, το να κάνει αυτό το ποσό 1 δις και 100 εκατομμύρια γι’ αυτόν δε σημαίνει τίποτα. Οπότε γιατί τα κυνηγάει τόσο πολύ αυτά τα 100 εκατομμύρια; Κάτι δεν πάει καλά σε αυτούς τους ανθρώπους, πρέπει να δουν έναν ψυχίατρο. Γιατί εμένα μου φτάνει να πιω ένα ποτηράκι νερό για να ξεδιψάσω και σε αυτούς δε φτάνει όλο το πηγάδι και θέλουν να πάρουν και του αλλουνού; Η κρίση είναι ανθρώπινη μα κυρίως είναι η κρίση του Καπιταλισμού· ένα σύστημα το οποίο έμεινε μόνο του και δεν μπορεί να βάλει φρένο. Ας σκεφτούμε και το Αμερικάνικο όνειρο: μία ψευδαίσθηση ότι μπορείς να ξεκινήσεις από το μηδέν, κι ας είσαι ένα “σκουπίδι”, ότι μπορείς να φτάσεις κάπου. Μα δε σου λένε ποτέ τι πρέπει να κάνεις για να φτάσεις εκεί! Αλλιώς τι συνέβη και δεν μπόρεσαν όλοι να γίνουν πάμπλουτοι; Μήπως πρέπει να είσαι πολύ αδίστακτος; Ο καπιταλισμός πιστεύω ότι οδεύει προς τον γκρεμό και  η δική μας γενιά θα προλάβει να το δει. Δεν ξέρω πώς θα είναι, λένε πως όλες οι μεγάλες κρίσεις τελειώνουν σε πόλεμο. Ακόμα έχουμε να χάσουμε πράγματα, πέρα από τις αλυσίδες μας, και θα ήταν καλύτερα αν δεν είχαμε να χάσουμε κάτι, γιατί μόνο έτσι δε φοβάσαι. Όταν έχεις να χάσεις κάτι, ένα σπίτι, μία δουλειά που σου προσφέρει τα προς το ζην, φοβάσαι μην τα χάσεις. Αυτό είναι που με κάνει να μουδιάζω. Μπορεί μέσα μου να επαναστατώ για χιλιάδες αδικίες που βλέπω γύρω μου, όμως στην αντίδρασή μου είμαι μουδιασμένη, δεν μπορώ να αντιδράσω. Είναι το ένστικτο του ανθρώπου να θέλει να διατηρήσει αυτά που έχει.

 

Πότε πιστεύεις προσωπικά ότι η δουλειά ξεκινά να γίνεται δουλεία; Ποια είναι τα όρια που θέτεις στον εαυτό σου για να μη θυσιαστείς στο βωμό του χρήματος; Πόσο μπορούμε να συμβιβάσουμε την ευτυχία μας προκειμένου να εξασφαλίσουμε λίγα χρήματα ακόμα;

Προτιμώ να ζω λιτά. Δε θέλω να βγαίνω να ψωνίζω, να καταναλώνω, να έχω ακριβό αυτοκίνητο, να ζω σε μεγάλο σπίτι, δε με ενδιαφέρουν όλα αυτά αν είναι να υποδουλωθώ για να τα έχω. Τα όριά μου, το αν θα δεχόμουν μία προσβολή για παράδειγμα, θα εξαρτιόταν από τη θέση στην οποία θα βρισκόμουν. Δεν μπορώ να πω ούτε ότι δε “θα σήκωνα μύγα στο σπαθί μου” αλλά ούτε και ότι θα άντεχα. Αν είχα να ζήσω το παιδί μου, ίσως να δεχόμουν κάτι. Στη ζωή μου γενικά, έκανα κάποιες μικρές επαναστάσεις σε διάφορους εργασιακούς χώρους που βρέθηκα. Μπορεί να ανεχόμουν πράγματα για πολύ καιρό, να είχα πολλή υπομονή και ξαφνικά μία στιγμή κάτι μέσα μου να θιγόταν πολύ έντονα και να τα τίναζα όλα στον αέρα. Τα πλήρωσα βέβαια όλα αυτά. Κάθε φορά που έκανα μια επανάσταση στη ζωή μου, κάθε φορά που κάποιος με πρόσβαλε –σ’ εμένα με προσβολή πάντα συνέβαινε αυτό- μετά το πλήρωνα πολύ έντονα. Για μία στιγμιαία αντίδραση, για κάθε “μπαμ” που έκανα, πλήρωνα μετά με χρόνο και κόπο. Έτσι ξέρω ότι κάθε επανάσταση γίνεται με πολύ μεγάλο κόστος. Θεωρώ ότι η δουλειά γίνεται δουλεία, όταν είναι απλά μία δουλειά που την κάνεις για το προς το ζην, δεν είναι δηλαδή το δημιουργικό σου κομμάτι και παρ’ όλα αυτά σε απασχολεί όλη την ώρα. Μισώ αυτά τα κινητά που μπορείς να παίρνεις mails ανά πάσα ώρα και στιγμή. Αυτό που έχουν κάνει στους εργαζόμενους, να τους απασχολούν 24 ώρες το 24ωρο, νομίζω ότι είναι αρρωστημένο και εξαιρετικά σαδιστικό. Παλιότερα, μόνο οι γιατροί ήταν σε 24ωρη βάση διαθέσιμοι. Όταν η δουλειά επεμβαίνει στην προσωπική σου ζωή, ίσως εκεί ξεκινά η δουλεία λοιπόν. Να πίνεις έναν καφέ με τον άντρα σου και να πέφτουν τα mails βροχή για να λύσεις ένα θέμα από ‘κει που είσαι. Γιατί; Δεν τελείωσε το ωράριό σου; Ο προσωπικός χρόνος είναι πιο πολύτιμος από τα λεφτά και ένας άνθρωπος πρέπει να τον περιφρουρεί.

Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι , μία έκφραση που συχνά χρησιμοποιούμε μεταφορικά για άτομα που δεν προβληματίζονται γιατί δε σκέφτονται, δεν αναλύουν καταστάσεις. Τελικά, τι είναι καλύτερο; Ένα γαλήνιο πνεύμα ή ένα φουρτουνιασμένο καλλιτεχνικό ανήσυχο μυαλό;

Αν θεωρείς ότι ένα πρόβατο, που τρώει το χορταράκι του και πάει βελάζοντας προς τη σφαγή, είναι ευτυχισμένο, τότε όντως, τέτοιοι άνθρωποι θα πρέπει να είναι πολύ ευτυχισμένοι. Αλλά η ανθρώπινη φύση δεν είναι αυτή, γι’ αυτό και θεωρώ ότι τέτοιοι άνθρωποι έχουν μείνει πίσω στην εξέλιξη. Ο άνθρωπος έχει ξεφύγει από τη φύση, έφτιαξε ένα δικό του κόσμο. Πρόσφατα ο Κώστας είχε σκηνοθετήσει την “Ανώφελη Ομορφιά” του Γκυ Ντε Μωπασσάν, όπου αναφέρεται πως “ό,τι αξίζει σε αυτόν τον κόσμο, το φτιάξαμε εμείς οι άνθρωποι. Τίποτα η φύση δεν είχε φτιάξει εν σοφία.” Δεν υπάρχει τίποτα στη φύση που να προορίζεται για εμάς τους ανθρώπους. Μας έστειλε κάποιος Δημιουργός “γυμνούς” και εμείς παλέψαμε να επιβιώσουμε με το δικό μας μυαλό. Ο άνθρωπος, μέσα από το απόλυτο σκοτάδι, εκεί που υπήρχαν ζωώδη ένστικτα και αποκτήνωση, δημιούργησε  τον “πολιτισμό”, τα ιδεώδη, τα οράματα, το να είσαι ευγενής και να μην κατασπαράζεις τον άλλο, το να αγαπάς τα παιδιά, το να προστατεύεις τους αδυνάτους, την κοινοκτημοσύνη. Αυτά τα πράγματα, τόσα ιδεατά και τόσο υψηλά, αυτά τα δημιούργησε ο άνθρωπος. Θεωρώ ότι στην ευτυχία υπάρχουν επίπεδα. Ένας άνθρωπος απροβλημάτιστος, σε μία κατάσταση ζωώδη, πόσο ευτυχισμένος μπορεί να είναι; Τι καταλαβαίνει από τη ζωή και τι προσφέρει στον κόσμο; Εάν δεν υπήρχε αυτός ο άνθρωπος, τι θα έλειπε από τον κόσμο; Όλοι αυτοί (οι πτωχοί τω πνεύματι) νομίζω ότι ζουν μία κόλαση. Φαντάσου ένα τέτοιο άτομο μόνο του στο σπίτι! Δε θα είναι μία τραγική φιγούρα; Μπορεί να υποφέρει μόνο για βλακείες, αλλά υποφέρει. Αυτό που συζητούσαμε πριν, για τον τύπο γυναίκας που την ενδιαφέρει μόνο “τι χρώμα θα βάψει τα νύχια της”, αυτή η ίδια μπορεί να αρρωστήσει αν τελικά τα νύχια της δεν είναι φτιαγμένα για δύο μέρες, ζει δηλαδή μία κόλαση δική της. Την ευτυχία που καταφέρνουν αυτοί οι άνθρωποι, αυτήν την ευτυχία τους τη χαρίζω αφού δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι η ευτυχία προέρχεται μόνο από υψηλά πράγματα. Και ο Ντοστογιέφσκι υπέφερε και ζούσε σε μία κόλαση, αλλά τι επιπέδου ήταν η κόλαση του Ντοστογιέφσκι! Η κόλαση ενός πρόβατου δεν είναι το ίδιο!

FREE FREAKS : ΟΜΑΔΑ ΜΙΚΡΗ ΠΛΑΝΗ
FREE FREAKS : ΟΜΑΔΑ ΜΙΚΡΗ ΠΛΑΝΗ

 

Αυτή την περίοδο, η ομάδα της Μικρής Πλάνης,  μετά τους επιτυχημένους πρώτους δύο κύκλους παραστάσεων το 2015 και το 2016, ξαναφέρνουν το κοινό σε επαφή με το Free Freaks.  “Πρόκειται για μία ποπ πρωτότυπη παράσταση εμπνευσμένη από τον πιο ανατρεπτικό διαδικτυακό ήρωα της εποχής μας, τον Mr. Freeman, που κατέκλυσε τις οθόνες μας με τους αφοπλιστικούς του μονολόγους το 2009. Οι Free Freaks, ως γνήσιοι επίγονοί του, μας προειδοποιούν πως η ιστορία και το μέλλον του κόσμου είναι μάλλον «χακαρισμένα», σε μια αλληγορία για τη δεύτερη ευκαιρία που όλοι θα θέλαμε. “

Διασκευή – Σκηνοθεσία: Κώστας Δελακούρας

Παίζουν: οι Free Freaks Μυρτώ Αποστολά, Χαρά Καραβασιλείου, Αφροδίτη Ντίτορα

Διάρκεια: 60’

Πρεμιέρα: Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Θεατρική Σκηνή «μικρή Πλάνη», Δικαιάρχου 106-108, Παγκράτι, Τηλ. 210 7019616

Κάθε Σάββατο στις 9:00μμ & Κυριακή στις 7.30μμ, Τιμή εισιτηρίου 8 ευρώ / Άνεργοι 5 ευρώ

 

 

Συνέντευξη στην Αμάντα Πατσοπούλου

© I for Interview team

Σε περίπτωση που επιλέξατε να αναδημοσιεύσετε κάποιο κείμενό μας στο δικό σας site, σας ευχαριστούμε ιδιαίτερα εκ των προτέρων για την προτίμηση! Ωστόσο,  να σας υπενθυμίσουμε το πόσο ευχάριστο και δίκαιο είναι να ακολουθούνται οι δεοντολογικοί κανόνες που ορίζουν τη σωστή και λειτουργική αναφορά στην αρχική  πηγή ( δλδ. αναγραφή πλήρους ονόματος του site μας και ενεργό link που ανακατευθύνει στο πρωτότυπο άρθρο). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζετε τον κόπο και τη δουλειά μας και σας ευχαριστούμε διπλά!

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Φρέσκα άρθρα στο Working heroes

Στην Κορυφή