14 Φεβρουαρίου | Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου

στo Workerland

Θέλω να λαμβάνω τα νέα άρθρα του IforINTERVIEW με e-mail.

Απόδοση κειμένου: V for Vallia

Για το #IfI

Αρχικό κείμενο: The haunted history of the St. Valentine’s day massacre

Για μία πόλη τόσο πλούσια με ιστορίες εγκλήματος, υπάρχει ελάχιστη διατήρηση των οροσήμων που κάποτε υπήρξαν τόσο σημαντικά για τον θρύλο του όχλου του Σικάγο. Το ξενοδοχείο Lexington υπήρξε ορόσημο της εποχής εκείνης, καθώς ο al Capone κρατούσε τη σουίτα του 5 ορόφου ως έδρα του. Το πιο τραγικό απ’ όλα τα χαμένα ορόσημα όμως, τουλάχιστον για τους λάτρεις του εγκλήματος, ήταν η καταστροφή της αποθήκης της οδού North Clark 2122. Εκεί, την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου του 1929 έλαβε χώρα το πιο θεαματικό έγκλημα στην ιστορία των συμμοριών. Η Σφαγή της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου.

Η θρυλική αποθήκη της οδού North Clark 2122

Τα αιματηρά γεγονότα της 14ης Φεβρουαρίου, είχαν ξεκινήσει 5 χρόνια πριν με τη δολοφονία του Dion O’Banion αρχηγού της Βόρειας περιοχής του Σικάγο. Εκείνη την εποχή, ο έλεγχος του παράνομου αλκοόλ, διευθύνονταν στη βόρεια πλευρά από τον O’Banion και στη νότια από τον Johnny Torrio και το πρωτοπαλίκαρό του Al Capone. Το Νοέμβριο του 1924 ο Torrio διέταξε τη δολοφονία του O’Banion και ξεκίνησε πόλεμο στην πόλη. Οι βόρειοι κινήθηκαν γρήγορα και σχεδόν σκότωσαν τον Torrio έξω από το σπίτι του. Αυτό, ανάγκασε τον Torrio να φύγει από την πόλη και να δώσει τα ηνία στον Capone, ο οποίος επίσης παραλίγο να σκοτωθεί το 1926. Τον επόμενο μήνα ο Capone διέταξε τη δολοφονία του Hymie Weiss, ο οποίος είχε αναλάβει τη βόρεια πλευρά μετά τη δολοφονία του O’Banion. Η δολοφονία αυτή έφερε τις επιχειρήσεις στα χέρια του George “Bugs” Moran, ενός αιώνιου εχθρού του Capone. Ως επί το πλείστον, ο Moran στράφηκε εναντίον του Capone, μιας και οι περισσότεροι σύμμαχοί του είχαν υποκύψει στις μάχες. Συνέχισε να τον κλέβει και να ψάχνει τρόπους να τον καταστρέψει.

Στις αρχές του 1929, ο Moran έσπευσε μαζί με τον Joe Aiello σε άλλη μία επίθεση εναντίον του Capone. Αυτός και ο Aiello πυροβόλησαν τον Pasquillano Lolordo, έναν από τους άνδρες του Capone και ο Capone υποσχέθηκε πως θα τον καθαρίσει στις 14 Φλεβάρη. Τότε, ο Capone βρισκόταν στο Μαϊάμι και ήθελε να παραδώσει ένα πολύ ιδιαίτερο “δώρο” στον Moran.

Al Capone and George “Bugs” Moran

Μέσω μίας επαφής του στο Ντιτρόιτ, ο Capone κανόνισε να καλέσει κάποιος τον Moran και να του πει για μία παρτίδα ουίσκι που θα παραδιδόταν σε μία από τις αποθήκες του στη βόρεια πλευρά. Ο Adam Heyer, ένας φίλος του Moran, ήταν ο ιδιοκτήτης αυτής της αποθήκης που χρησιμοποιούνταν ως σημείο διαμονής αλκοόλ στη βόρεια πλευρά. Ο Moran έλαβε το τηλεφώνημα στις 13 Φεβρουαρίου και κανόνισε να είναι εκεί την επόμενη ημέρα για να παραλάβει το φορτίο.

Το πρωί της 14ης Φεβρουαρίου, μια ομάδα ανθρώπων του Moran συγκεντρώθηκε στην αποθήκη της οδού Clark. Ένας από τους άντρες ήταν ο Johnny May, ένας πρώην ληστής χρηματοκιβωτίων, ο οποίος είχε προσληφθεί από τον Moran ως μηχανικός αυτοκινήτων. Εκείνο το πρωί εργαζόταν σε ένα φορτηγό παρέα με το σκύλο του, ένα γερμανικό ποιμενικό με το όνομα Highball, δεμένο στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου. Επιπλέον, άλλοι έξι άνδρες περίμεναν το φορτηγό με το ουίσκι. Δύο από τους άντρες ήταν ο Frank και ο Pete Gusenberg, οι οποίοι θα συναντούσαν τον Moran και μαζί με δύο άδεια φορτηγά θα παραλάμβαναν το λαθραίο καναδικό ουίσκι. Οι υπόλοιπο άνδρες ήταν ο James Clark, ο γαμπρός του Moran, ο Adam Heyer, ο Al Weinshank και ο Reinhardt Schwimmer.

Ο George Moran είχε ήδη καθυστερήσει για την πρωινή συνάντηση. Θα έφτανε στις 10:30, αλλά δεν έφυγε για το ραντεβού, παρά αρκετά λεπτά αργότερα. Ενώ οι επτά άνδρες περίμεναν στην αποθήκη, δεν γνώριζαν ότι ένα αστυνομικό όχημα είχε παρκάρει στην άλλη πλευρά, ούτε πως ο Moran είχε εντοπίσει το αυτοκίνητο καθώς οδηγούσε στη νότια πλευρά της οδού Clark και παρά να ασχοληθεί με αυτό σταμάτησε για καφέ.

Πέντε άνδρες βγήκαν από το αστυνομικό αυτοκίνητο, οι δύο με στολή και οι άλλοι τρεις με πολιτικά ρούχα. Οι πέντε άνδρες μπήκα στο κτίριο και 5 λεπτά αργότερα το σύστημα πυρκαγιάς έσπασε την σιωπή του χιονισμένου πρωινού. Λίγο αργότερα, οι πέντε φιγούρες αποχώρησαν. Ο σκύλος του May άρχισε να γαβγίζει και να ουρλιάζει.

Η ιδιοκτήτρια του δίπλα κτιρίου, η κυρία Jeanette Landesman, ενοχλήθηκε από το θόρυβο που έκανε ο σκύλος και έστειλε έναν από τους οικότροφους της, τον C.L. McAllister, στην αποθήκη για να δει τι συμβαίνει. Βγήκε έξω δύο λεπτά αργότερα, κάτασπρος. Έτρεξε γρήγορα στις σκάλες ικετεύοντας την κυρία Landesman να καλέσει την αστυνομία. Φώναζε κλαίγοντας ότι η αποθήκη ήταν γεμάτη νεκρούς άντρες.

Η αστυνομία έφθασε γρήγορα και όταν μπήκε στην αποθήκη ήρθε αντιμέτωπη με μία σφαγή. Οι άνδρες του Moran είχαν παραταχθεί στον πίσω τοίχο της αποθήκης και τους είχαν πυροβολήσει. Ο Pete Gusenberg πέθανε γονατισμένος. Το μισό κεφάλι του James Clark είχε καταστραφεί και οι Heyer, Schwimmer, Weinshank και May είχαν χτυπηθεί πισώπλατα. Μόνο ένας από τους άνδρες είχε επιζήσει, ο οποίος πέθανε μερικές ώρες αργότερα. Ο Frank Gusenberg είχε καταφέρει να συρθεί μέχρι τη μέση της αποθήκης. Είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο Alexian Brothers μισοπεθαμένος. Ο αστυνομικός Clarence Sweeney που είχε μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά με τον Gusenberg, έσκυψε από πάνω του και τον ρώτησε ποιος τον πυροβόλησε. Εκείνος αποκρίθηκε “κανένας, κανένας δεν με πυροβόλησε”.

Μπορεί να πέθαναν και οι εφτά άνδρες του Moran, αλλά όχι ο ίδιος. Όταν αργότερα η αστυνομία τον κάλεσε για να του πει τι έγινε στην αποθήκη, ούρλιαζε σαν τρελός. Στις εφημερίδες, ο Moran κατηγόρησε τον Capone για το χτύπημα. Ωστόσο, οι αρχές βρίσκονταν σε αμηχανία, καθώς ο Capone βρισκόταν στο Μαϊάμι. Όταν ζητήθηκε από τον Capone να κάνει ένα σχόλιο, εκείνος είπε πως “ο μόνος άντρας που σκοτώνει μ’ αυτό τον τρόπο είναι ο Bugs Moran” και ακριβώς την ίδια δήλωση έκανε και ο Moran για τον Capone.

Και ο Moran είχε αναμφίβολα δίκιο. Οι δολοφονίες έσπασαν τη δύναμη της βόρειας συμμορίας κι ενώ υπήρξαν πολλές αξιώσεις για το ποιοι ήταν εκείνοι οι σκοπευτές, πιθανότατα ήταν οι John Scalise, Albert Anselmi και “Machine Gun” Jack McGurn, όλοι αξιόπιστοι άνδρες του Capone. Συνελήφθησαν και οι τρεις, μαζί με τον Joseph Guinta, όμως ο McGurn είχε άλλοθι και οι Scalise και Guinta δολοφονήθηκαν πριν δικαστούν.

Η Σφαγή της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου σημάδεψε το τέλος κάθε σημαντικής αντιπολίτευσης για τον Capone, ήταν όμως και η πράξη που τελικά ξεκίνησε την παρακμή της εγκληματικής αυτοκρατορίας του. Ο Capone το είχε παρακάνει κι οι αρχές, ακόμα και το κοινό που τον λάτρευε, ήταν έτοιμοι να δώσουν τέρμα στους πολεμοχαρείς.

Το Μάιο του 1929, ο Capone, έφυγε από την πόλη γα να αποφύγει τη θερμότητα που ακόμα ακολουθούσε τη σφαγή και για να αποφύγει να θεωρηθεί ύποπτος για τους θανάτους. Ενώ ήταν στη Φιλαδέλφεια με τον σωματοφύλακά του, τον Frankie Rio, συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι έκρυβαν όπλα και καταδικάστηκαν σε ένα χρόνο φυλάκιση. Τελικά, κατέληξαν στα κρατητήρια της ανατολικής πολιτείας.

Ο Capone, συνέχισε να διεξάγει τις επιχειρήσεις του μέσα από τη φυλακή. Του δόθηκε ιδιωτικό κελί και του επετράπη να κάνει μακρινές κλήσεις από το γραφείο του διευθυντή και να συναντά τους δικηγόρους του Frank Nitti, Jake Guzik και τον αδερφό του Ralph, οι οποίοι πραγματοποιούσαν συχνά ταξίδια στη Φιλαδέλφεια. Αφέθηκε ελεύθερος δύο μήνες νωρίτερα λόγω καλής διαγωγής και όταν επέστρεψε στο Σικάγο βρήκε τον εαυτό του ως τον “Νούμερο Ένα Δημόσιο Εχθρό”. Όταν κρατούνταν στην Πενσιλβανία, ο Capone “στοιχειώθηκε” από το φάντασμα του James Clark, ενός από τα θύματα της σφαγής και γαμπρό του Moren. Ενώ ήταν στη φυλακή, άλλοι κρατούμενοι ανέφεραν όταν άκουγαν τον Capone να ουρλιάζει στο κελί του ικετεύοντας τον “Jimmy” να φύγει και να τον αφήσει ήσυχο.

Όταν ο Capone επέστρεψε στο Σικάγο, έμεινε στο ξενοδοχείο Lexington και κατά τη διαμονή του εκεί αναφέρονται οι πιο συχνές συναντήσεις του με το φάντασμα. Πολλές φορές οι άντρες του τον άκουγαν να ζητά από το φάντασμα να τον αφήσει στην ηρεμία του. Πολλές φορές, οι σωματοφύλακες του, έσπασαν την πόρτα πιστεύοντας πως κάποιος είχε φτάσει στον Capone. O Capone τους έλεγε ότι ήταν το φάντασμα του Clark.

Ο Capone πίστευε πως το φάντασμα ήταν αληθινό. Ο αρχηγός του εγκλήματος έφτασε μέχρι και να συναντήσει ένα μέντιουμ, την Alice Britt, για να απαλλαγεί από το θυμωμένο πνεύμα του Clark. Λίγο μετά τη συνάντηση για την εκδίωξη του πνεύματος, ο προσωπικός ακόλουθος του Capone, ο Hymie Cornish, πίστεψε επίσης ότι είδε το φάντασμα. Μπήκε στο σαλόνι του διαμερίσματος του Capone και είδε έναν ψηλό άντρα να στέκεται στο παράθυρο. Απαίτησε να μάθει την ταυτότητα του άντρα, όμως η σκιά γλίστρησε πίσω από την κουρτίνα και χάθηκε από το οπτικό του πεδίο. Ο Cornish κάλεσε δύο σωματοφύλακες να ψάξουν το δωμάτιο, όμως αποδείχτηκε πως εκεί μέσα βρισκόταν μόνο ο Capone, ο οποίος επέμενε ότι η φιγούρα ήταν ο Jimmy Clark.

Χρόνια αργότερα, ο Capone θα επιμείνει ότι ο Jimmy Clark τον ακολούθησε στον τάφο.

Το Σικάγο, μνημόνευε με το δικό του στυλ την αποθήκη της οδού Clark. Το μέρος έγινε τουριστικό αξιοθέατο και οι εφημερίδες τύπωσαν τις φωτογραφίες των θυμάτων ανάποδα, ώστε οι αναγνώστες να μη χρειάζεται να γυρίζουν την εφημερίδα για ν’ αναγνωρίσουν τα πτώματα. Το 1949, το μπροστινό τμήμα της αποθήκης μετετράπη σε επιχείρηση αποθήκευσης αντικών, από ένα ζευγάρι που δεν είχε ιδέα για το αιματηρό επεισόδιο. Σύντομα διαπίστωσαν πως ο κόσμος επισκέπτονταν το μέρος περισσότερο ως τουρίστες παρά ως πελάτες και τελικά έκλεισαν την επιχείρηση. Το 1967, το κτίριο κατεδαφίστηκε. Ωστόσο, τα τούβλα με τα σημάδια από τις σφαίρες, αγοράστηκαν και σώθηκαν από έναν Καναδό επιχειρηματία. Το 1972, άνοιξε ένα νυχτερινό κέντρο και με αυτά τα τούβλα έχτισε ξανά, για άγνωστο λόγο, τον τοίχο της τουαλέτας των αντρών. Τρεις νύχτες την εβδομάδα, οι γυναίκες επιτρεπόταν αν δουν το μακάβριο αυτό θέαμα.

Ένα από τα τούβλα, επικυρωμένο ότι ήταν από τον τοίχο της σφαγής. Με τα χρόνια κι άλλα τούβλα εμφανίστηκαν να είναι από εκείνη την αποθήκη. Σύμφωνα με ιστορίες, τα τούβλα αυτά είναι καταραμένα.
Ο Καναδός George Patey, με τα τούβλα της αποθήκης.

Το κλαμπ συνέχισε να λειτουργεί για μερικά χρόνια και όταν ο ιδιοκτήτης του το έκλεισε, φύλαξε τα 417 τούβλα σε μία αποθήκη. Στη συνέχεια, τα πρόσφερε προς πώληση με μία γραπτή αναφορά στη σφαγή. Πούλησε τα τούβλα προς $1000 το ένα, αλλά σύντομα πήρε πίσω πολλά από αυτά που είχε πουλήσει. Φαίνεται πως όποιος αγόραζε τα τούβλα ερχόταν αντιμέτωπος με κακή τύχη, όπως ασθένειες, οικονομική καταστροφή, διαζύγιο, ακόμα και θάνατο. Σύμφωνα με τις ιστορίες, τα ίδια τα τούβλα είχαν μολυνθεί κάπως με την ισχυρή αρνητική ενέργεια της σφαγής. Άγνωστο παραμένει το τι έγινε με τα υπόλοιπα τούβλα.

Η σημερινή όψη της τότε αποθήκης

 

Ένα από τα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν στη σφαγήΗ ταινία “Η Σφαγή της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου” ήταν εμπνευσμένη από το ειδεχθές εκείνο έγκλημα.

Πηγή πρόσθετων φωτογραφιών: interactive.wttw.com

© I for Interview team

Σε περίπτωση που επιλέξατε να αναδημοσιεύσετε κάποιο κείμενό μας στο δικό σας site, σας ευχαριστούμε ιδιαίτερα εκ των προτέρων για την προτίμηση! Ωστόσο,  να σας υπενθυμίσουμε το πόσο ευχάριστο και δίκαιο είναι να ακολουθούνται οι δεοντολογικοί κανόνες που ορίζουν τη σωστή και λειτουργική αναφορά στην αρχική  πηγή ( δλδ. αναγραφή πλήρους ονόματος του site μας και ενεργό link που ανακατευθύνει στο πρωτότυπο άρθρο). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζετε τον κόπο και τη δουλειά μας και σας ευχαριστούμε διπλά!

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.