fbpx

Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

δουλειά 2

Τελικά, δουλεύει η δουλειά; | Μετάφραση IFI

στo Workerland

Θέλω να λαμβάνω τα νέα άρθρα του IforINTERVIEW με e-mail.

Μετάφραση κειμένου στα Ελληνικά: Συλβάνα Παπαϊωάννου
Για το #IfI

Αρχικό κείμενο: Does Work Really Work?

 

Μια από τις κλασσικές ερωτήσεις που κάνουμε όταν γνωρίζουμε κάποιον είναι «τι δουλειά κάνεις;» Δεν είναι απλά μια ερώτηση για να σπάσει ο πάγος, είναι ένδειξη της τεράστιας σημασίας που δίνουμε στη δουλειά. Η δουλειά μάς δίνει νόημα. Είναι η ταυτότητά μας, μας ορίζει και τελικά μας περιορίζει.

Παρατηρείστε τις ψυχικές επιπτώσεις όταν χάνουμε τη δουλειά μας, όταν απολυόμαστε, όταν μας αναγκάζουν να συνταξιοδοτηθούμε ή όταν αδυνατούμε να πάρουμε τη δουλειά που θέλουμε. Ένας άνεργος χαρακτηρίζεται αρνητικά, περιθωριοποιείται. Το να απαντήσεις «δεν εργάζομαι», είναι συναισθηματικά δύσκολο και κοινωνικά κατακριτέο.

Πολλοί άνεργοι προτιμούν να δίνουν διπλωματικές απαντήσεις: «αλλάζω τομέα» ή «στέλνω βιογραφικά και έχω προοπτικές να βρω κάτι καλό», από το να πουν ξεκάθαρα ότι δεν δουλεύουν. Γιατί στην κοινωνία μας το να μην εργάζεσαι σε καθιστά ασήμαντο. Είσαι ένα τίποτα, αφού δεν κάνεις τίποτα.

Όσοι εργάζονται (αριθμός που ολοένα και μειώνεται, όσο η οικονομία καταρρέει) είναι «κάποιοι»· είναι δάσκαλοι, νοσοκόμες, γιατροί, εργάτες, μηχανικοί, οδοντοτεχνίτες, οδηγοί λεωφορείου κτλ. Η ταυτότητα τους είναι η δουλειά τους. Θεωρούνται παραγωγικά μέλη της κοινωνίας.δουλειά 1

Νομικά η δουλειά ορίζεται από μια σύμβαση εργασίας, και οτιδήποτε δεν αναφέρεται ρητά  στην αρχή της πρόσληψης γίνεται με μια, μετέπειτα, σιωπηρή αποδοχή, μέρος της συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου. Η σύμβαση εργασίας βασίζεται στην ιδέα ότι καθίσταται δυνατή μια δίκαιη ανταλλαγή ανάμεσα στον εργαζόμενο, που πουλάει την εργατική του δύναμη και τις ικανότητες του, και στον εργοδότη, που παρέχει ένα  μισθό.

Η ιδέα αυτή βασίζεται στο ότι η εργατική δύναμη είναι κάτι που μπορεί να πωλείται και να αγοράζεται. Με μια σύμβαση εργασίας δεχόμαστε ότι μια χορεύτρια ή ένας μηχανικός μπορούν να διαχωρίσουν τον εαυτό τους από την εργατική τους δύναμη και να την πουλήσουν ξεχωριστά στον εργοδότη. Οι κοινωνιολόγοι και οι οικονομολόγοι χαρακτηρίζουν αυτό το «προσόν» ως «ιδιοκτησία εαυτού»[1] και αφορά την ικανότητα ενός ατόμου να χρησιμοποιεί την εργατική του δύναμη ως «ιδιοκτησία εαυτού».

Στην κοινωνία μας, η δουλειά ορίζεται ως η διαδικασία κατά την οποία ένας εργαζόμενος πουλάει  την εργατική του δύναμη ως «ιδιοκτησία εαυτού» σε έναν εργοδότη έναντι μιας δίκαιης αμοιβή.

Αυτός ο τρόπος περιγραφής της δουλειάς, με το να γίνεται κατανοητή ως μια δίκαιη ανταλλαγή μεταξύ ίσων, αποκρύπτει την πραγματική σχέση εργαζόμενου-εργοδότη: αυτή της κυριαρχίας και της υποταγής.

Αν αυτή η αλήθεια δεν ήταν συγκαλυμμένη οι εργαζόμενοι θα αρνούνταν να δουλέψουν καθώς θα έβλεπαν ότι είναι αδύνατο για το άτομο να διαχωρίσει πραγματικά την εργατική του δύναμη από τον ίδιο του τον εαυτό. Η «ιδιοκτησία εαυτού» δεν είναι κάτι που υπάρχει έξω από το άτομο και μπορεί απλά να πουληθεί ξεχωριστά.

Οι μηχανικοί δεν μπορούν απλά να διαχωρίσουν τον εαυτό τους από τις τεχνικές τους ικανότητες, τις οποίες  χρειάζεται ο εργοδότης, αυτές οι ικανότητες είναι μέρος ενός οργανικού όλου που δεν μπορεί να βγει από το άτομο, όπως η κίνηση και η χάρη είναι αναπόσπαστο κομμάτι μιας χορεύτριας. Και ο μηχανικός και η χορεύτρια πρέπει να είναι παρόντες για να μπορούν να εργαστούν, δεν μπορούν απλά να στείλουν τις εργασιακές τους ικανότητες στην δουλειά αντ’ αυτών.

Είτε είναι κανείς μηχανικός ή φαρμακοποιός ή δάσκαλος, δεν είναι μόνο οι ικανότητές του που πουλάει στον εργοδότη, αλλά δίνει μαζί και την ίδια του την ύπαρξη. Όταν οι εργοδότες χρησιμοποιούν την εργατική δύναμη ως «ιδιοκτησία εαυτού» των εργαζομένων αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι οι εργαζόμενοι πουλάνε την ίδια τους της αξιοπρέπεια, την αυτοεκτίμηση, την ελευθερία τους. Εν ολίγοις είναι, κατά την διάρκεια της δουλειάς, σκλάβοι.

Τι ορίζουμε ως σκλάβο;

Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ουσιαστικά είναι προσωπική ιδιοκτησία κάποιου άλλου και τον υπακούει απόλυτα. Το νομικό ψέμα που προκύπτει όταν μιλάμε για την ικανότητα ενός εργαζομένου να πουλάει την «ιδιοκτησία εαυτού» χωρίς να αποξενώνεται από τη θέλησή του βοηθάει στην ψευδοδιάκριση ανάμεσα στον εργαζόμενο και στον σκλάβο.

Ένας εργαζόμενος πρέπει να δουλεύει σύμφωνα με τις οδηγίες του αφεντικού, πρέπει να υπακούει το αφεντικό, αλλιώς θα χάσει τη δουλειά του. Υπάρχει απόλυτος έλεγχος πάνω στον εργαζόμενο, δεν υπάρχει διαπραγμάτευση ή ακολουθεί του αφεντικού τον τρόπο ή παίρνει δρόμο. Είναι αστείο να πιστεύουμε ότι είναι πιθανό να διαχωριστεί και να πουλήσει την «ιδιοκτησία εαυτού» και παράλληλα να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του.

Το να πουλήσει την εργατική του δύναμη στην αγορά σημαίνει μια σχέση υποταγής, σημαίνει να γίνει σκλάβος στο αφεντικό. Η μόνη διαφορά με ένα πραγματικό σκλάβο είναι ότι ο εργαζόμενος είναι μόνο κατά τη διάρκεια της δουλειάς «υπόδουλος», ενώ ο σκλάβος είναι συνέχεια και κυρίως έχει επίγνωση αυτού, σε σχέση με τον εργαζόμενο.

δουλειά 3

Η εργατική δύναμη και η σύμβαση εργασίας

Η ικανότητα ή η εργατική δύναμη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς τη θέληση, την κατανόηση και την εμπειρία του εργαζόμενου. Η χρήση της εργατικής δύναμης απαιτεί και την φυσική παρουσία του εργάτη και παραμένει δυνητικά μέχρι ο εργαζόμενος να κάνει τις απαραίτητες κινήσεις, δηλαδή να δουλέψει. Οι ικανότητες του εργαζόμενου είναι άχρηστες αν δεν τις θέλει κάποιος εργοδότης.

Η λέξη δύναμη είναι μύθος, ο εργαζόμενος δουλεύει μόνο με τον τρόπο που απαιτούν να το κάνει.

Η σύμβαση εργασίας πρέπει να δημιουργήσει μια σχέση εντολών και υπακοής μεταξύ του αφεντικού και του εργαζόμενου.

Εν ολίγοις, η σύμβαση με την οποία ο εργαζόμενος πουλάει την εργατική του δύναμη ουσιαστικά, αφού δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις ικανότητές του, δίνει πλήρη χρήση του εαυτού και του σώματός του. Το να διατηρείς το δικαίωμα να χρησιμοποιείς έναν άλλο άνθρωπο σε κάνει έναν σύγχρονο (ευγενή) αφέντη.

Όροι όπως σκλάβος και αφέντης πλέον δεν χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν μια σύμβαση εργασίας στο καπιταλιστικό σύστημα· παρόλα αυτά δεν σημαίνει ότι τέτοιοι όροι δεν ισχύουν άτυπα. Με το να αποφεύγεται η χρήση τέτοιων όρων και ιδιαίτερα με την παραδοχή ότι οι συμβάσεις εργασίας είναι δίκαιες, και βασισμένες στο γεγονός ότι οι εργαζόμενοι μπορούν ελεύθερα να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη, το ίδιο το σύστημα παρουσιάζεται ως δίκαιο και ελεύθερο.

Ένα από τα προβλήματα όταν παρερμηνεύεται η αληθινή φύση της σχέσης εργοδότη/εργαζομένου είναι ότι οι εργαζόμενοι βιώνουν την δουλειά ως σκλαβιά αλλά δεν το αντιλαμβάνονται και ιδεολογικά ως σκλαβιά.

δουλειά 4

Άσχετο με το τι δουλειά κάνει ένας εργαζόμενος, χειρωνακτική ή όχι, καλά πληρωμένη ή όχι, πρέπει να υπακούει το αφεντικό. Το αφεντικό έχει πάντοτε δίκιο. Ο εργαζόμενος δέχεται εντολές για τον τρόπο που πρέπει να δουλέψει, πού να δουλέψει και πότε. Αυτό ισχύει για καθηγητές πανεπιστημίου, μηχανικούς, δικηγόρους και καθαριστές χαλιών: όταν είσαι υπάλληλος χάνεις το δικαίωμα να ορίζεις τον εαυτό σου.

Αυτό το βιώνουν πολύ έντονα, εξού και οι περισσότεροι ονειρεύονται να κάνουν μια δική τους δουλειά να γίνουν αφεντικά του εαυτού τους. Οι περισσότεροι ποτέ δεν θα πραγματοποιήσουν το όνειρο τους και θα μείνουν καταδικασμένοι να πουλάνε την ψυχή τους για τα λεφτά. Το όνειρο δεν εξαφανίζεται όμως και η ανησυχία, η δυστυχία και η έλλειψη νοήματος της δουλειάς τους ροκανίζει ακόμη και όταν υπερασπίζονται το σύστημα αυτό που εκμεταλλεύεται τον μόχθο τους.

Δεν χρειάζεται να είναι έτσι, δεν υπάρχει τίποτα ιερό στις συμβάσεις εργασίας που τις προστατεύει ώστε να παραμένουν αιώνια μια μορφή οικονομικής οργάνωσης. Μπορούμε να δούμε τη δυστυχία μας όχι ως μια ψυχολογική πάθηση που χρήζει φαρμάκων, αλλά ως άτομα που αντιδρούμε στην κυριαρχία. Μπορούμε να οραματιστούμε έναν καλύτερο τρόπο εργασίας, και να πράξουμε ανάλογα.

Με τον τρόπο αυτό μπορούμε να σπάσουμε τα δεσμά της εργασιακής σκλαβιάς και να την αντικαταστήσουμε με ελεύθερο-ανταλλάξιμο τρόπο εργασίας.

Πώς θα έμοιαζε ένας καλύτερος τρόπος εργασίας;

Θα έμοιαζε περισσότερο με παιχνίδι, παρά με δουλειά. Όχι από άποψη ευκολίας, καθώς και το παιχνίδι μπορεί να είναι δύσκολο μερικές φορές, αλλά όσο αφορά την διασκέδαση και την ευχαρίστηση. Θα πρέπει να είναι αυτό-οργανωμένη και ελεύθερα επιλεγμένη από τον καθένα. Θα πρέπει να μην έχει πλέον μισθολογική σχέση, καθώς αυτόματα ένας υποτάσσεται σε αυτόν που πληρώνει.

Όπως αναφέρει ο Alexander Berkman[2] «η εργασία και τα παράγωγά της θα έπρεπε να ανταλλάσσονται χωρίς τιμή και κέρδος, ελεύθερα ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες». Θα πρέπει να δουλεύει κανείς επειδή το επιθυμεί και όχι επειδή αναγκάζεται. Φαίνεται απίθανο; Καθόλου. Αυτό το είδος δουλειάς γίνεται κάθε μέρα από τους περισσότερους. Είναι οι δραστηριότητες τις οποίες επιλέγουμε μετά τις 8-10 ώρες που δουλέψαμε για κάποιον άλλον.

δουλειά 5

Το βιώνουμε κάθε φορά που κάνουμε κάτι που αξίζει χωρίς να θέλουμε να πληρωθούμε. Όταν π.χ. δίνουμε αίμα ή εθελοντικά βοηθάμε σε μια οργάνωση, όταν συμβουλεύουμε ένα φίλο, όταν γράφουμε μια επιστολή, όταν μαγειρεύουμε, όταν κάνουμε σε κάποιον απλά μια χάρη.

Συμμετέχουμε σε αυτή την εναλλακτική ελεύθερη οικονομία όταν προπονούμε, διδάσκουμε, χτίζουμε, χορεύουμε, κάνουμε babysitting, γράφουμε ένα ποίημα ή προγραμματίζουμε έναν υπολογιστή χωρίς να πληρωθούμε.

Πρέπει να προσπαθούμε να επεκτείνουμε τις ώρες και τους τομείς με τους οποίους ασχολούμαστε οικειοθελώς και παράλληλα να προσπαθούμε να αλλάξουμε τις κυρίαρχες σχέσεις που επιβάλει η μισθωτή εργασία.

Η ανταλλακτική οικονομία

Η ανταλλακτική οικονομία, παρόλο που επιφανειακά μοιάζει με μια εναλλαγή από τους μισθούς, ενέχει τους ίδιους κανόνες κυριαρχίας. Αν σου βάψω το σπίτι με αντάλλαγμα να μου μαγειρεύεις έναν ολόκληρο μήνα, μας βάζει και τους δύο σε μια κατάσταση στην οποία πρέπει να είμαστε διαθέσιμοι πλήρως κατά την συγκεκριμένη διάρκεια της ανταλλαγής αυτής.

Γιατί εγώ πρέπει να βάψω το σπίτι όπως το θες και εσύ να μου μαγειρέψεις όπως θέλω, οπότε καταστρέφουμε αυτομάτως την αυτοδιάθεση, την δημιουργικότητα και την ελεύθερη βούληση: η ανταλλακτική οικονομία επίσης εμφανίζει το πρόβλημα του πόσο από το χρόνο μου αξίζει πόσο από το χρόνο σου, αυτό είναι η αξία της δουλειάς ώστε η ανταλλαγή να είναι δίκαιη και ισάξια.

Ο Alexander Berkman ανέφερε το πρόβλημα ως την ερώτηση: «γιατί να μην δίνουμε στον καθένα ανάλογα με την αξία της δουλειάς του;» και απάντησε:

Γιατί δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθεί η αξία ενός πράγματος, γιατί κανείς δεν μπορεί να πει πόσο πραγματικά αξίζει κάποιο πράγμα. Οι οικονομολόγοι συνήθως ισχυρίζονται ότι η αξία ενός προϊόντος είναι η ποσότητα της δουλειάς που χρειάζεται για να παραχθεί, ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας, όπως επισημαίνει ο Marx. Αλλά προφανώς δεν είναι μονάχα μια σταθερά μέτρησης.

Ας υποθέσουμε ότι ο ξυλουργός δούλεψε τρεις ώρες για να φτιάξει μια καρέκλα, ενώ για τον χειρουργό χρειάστηκε μόνο μισή ώρα για να σου σώσει τη ζωή. Αν ο χρόνος εργασίας καθορίζει την αξία, τότε η καρέκλα αξίζει περισσότερο από τη ζωή σου.

Ανοησία φυσικά. Ακόμη και αν πρέπει να προσμετρήσεις τα χρόνια σπουδών και πρακτικής του χειρουργού για να μπορέσει να καταφέρει να χειρουργεί, πώς ακριβώς θα μετρήσεις πόσο αξίζει μια χειρουργική ώρα; Ο ξυλουργός και ο χτίστης επίσης έπρεπε να εκπαιδευτούν πριν ξεκινήσουν να δουλεύουν, αλλά δεν λαμβάνεις υπόψιν αυτό το χρόνο μαθητείας όταν κάνεις συμφωνία για κάποια δουλειά μαζί τους. 

Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψιν η ικανότητα και το ταλέντο του κάθε εργάτη, συγγραφέα, καλλιτέχνη ή μηχανικού. Αυτά είναι καθαρά υποκειμενικοί παράγοντες, πώς θα εκτιμήσεις την αξία αυτών;

Για αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί η αξία. Το ίδιο προϊόν μπορεί να αξίζει πολλά για κάποιον και για άλλον σχεδόν τίποτα. Μπορεί να αξίζει πολλά ή λίγα, ακόμη και για το ίδιο άτομο σε διαφορετικές περιστάσεις.

ανταλλακτική οικονομία

Ένα διαμάντι, ένας πίνακας, ένα βιβλίο μπορεί να διαφέρουν οι αξίες τους για κάθε άνθρωπο. Μια φραντζόλα ψωμί σου είναι πιο πολύτιμη όταν πεινάς και πολύ λιγότερο όταν είσαι χορτασμένος. Άρα η πραγματική αξία ενός πράγματος δεν μπορεί να καθοριστεί αν είναι μια αφηρημένη ποσότητα. Σε μια ανταλλακτική οικονομία για να είναι δίκαιη μια ανταλλαγή οι αξίες των αγαθών θα πρέπει να είναι ίσες. Παρόλα αυτά η αξία είναι άγνωστη οπότε η ανταλλακτική οικονομία διαλύεται επί τόπου.

Χρήματα και ανταλλακτική αξία

Για να αυξηθεί η ελεύθερα προσφερόμενη δουλειά στις ζωές μας επιβάλλεται να γνωρίζουμε τις καταστροφικές συνέπειες των χρημάτων και της ανταλλαγής. Έτσι κρατάς το μωρό μιας φίλης, όχι για τα λεφτά, αλλά επειδή το θες. Μάθε κάποιον μια δεύτερη γλώσσα, ή διόρθωσέ του την εργασία, ή προπόνησε την ομάδα για το μαραθώνιο μόνο για την απόλαυση να συμμετέχεις στην όλη διαδικασία.

Διασκέδασε με το να δίνεις, χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα. Κάνε όλα αυτά επειδή το θέλεις, όχι επειδή πρέπει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πλέον δεν θα έχουμε υποχρέωση για κάποια πράγματα, απλά θα προέρχεται από προσωπική θεώρηση η όποια υποχρέωση. Θα πρέπει να συνεχίσουμε τη ελεύθερα προσφερόμενη εργασία υπεύθυνα, αλλιώς οι βλέψεις μας για έναν καλύτερο κόσμο θα γίνουν χάος. Ο Robert Graham μας δίνει τα χαρακτηριστικά της αυτό-υποχρέωσης:

Η αυτό-υποχρέωση δεν υπόκειται στους ίδιους κανόνες και νόμους. Ο νόμος ή μια διαταγή έρχονται με κυρώσεις στην περίπτωση που κάποιος δεν τις ικανοποιήσει. Η δέσμευση αυτή του νόμου δεν προέρχεται από τον ίδιο το νόμο, αλλά από εξωτερικούς παράγοντες που τον καθορίζουν. Μια υπόσχεση, σε αντίθεση με το νόμο, δεν επιβάλλεται από κανέναν. Ο τρόπος που θα νιώσει ο καθένας «δεσμευμένος» απέναντι στην υπόσχεσή του, εξαρτάται από αυτόν και όχι από εξωτερικούς παράγοντες.

Η υπόσχεση είναι κυρίως η υποχρέωση που βάζουμε στον εαυτό μας να ολοκληρώσει μια εργασία/δραστηριότητα, αλλά γενικότερα η εκπλήρωση της υποχρέωσης έγκειται στο άτομο που έκανε την υπόσχεση εξαρχής και η μη τήρησή της επιφέρει μόνο εσωτερικές κυρώσεις, τύπου απογοήτευση ( ή κάποιος να μην μας θέλει επειδή σπάμε συνεχώς τις υποσχέσεις μας).

Ελεύθερα προσφερόμενη εργασία, άρα, είναι ένας συνδυασμός εθελοντικής δράσης και αυτό-υποχρέωσης, να κάνεις αυτό που επιθυμείς και παράλληλα να συνεργάζεσαι με άλλους.

Είναι να εγκαταλείπεις τα χρήματα για την καθαρή χαρά της δημιουργίας και της διασκέδασης. Ο Bob Black προτρέπει στην κατάργηση της δουλειάς, το οποίο «δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε πράγματα.

Σημαίνει τον επαναπροσδιορισμό του τρόπου ζωής βασιζόμενου στο ‘παιχνίδι’… με τη λέξη ‘παιχνίδι’ εννοώ την διασκέδαση, την δημιουργικότητα, την ευθυμία, ακόμη και την τέχνη. Υπάρχει κάτι παραπάνω από το παιδικό παιχνίδι μέσα στην λέξη «παιχνίδι». Μιλάω για μια συλλογική περιπέτεια, με γενικότερη χαρά και ελεύθερη αλληλένδετη ευθυμία.

κατάργηση δουλειάς

Πρέπει να αυξήσουμε τα ποσοστά της ελεύθερα προσφερόμενης εργασίας στη ζωή μας, με το να κάνουμε πράγματα που πραγματικά θέλουμε είτε μόνοι είτε με άλλους, από υψηλή τέχνη μέχρι και την καθημερινή αναγκαστική αγγαρεία. Πρέπει να απελευθερωθούμε από καταστάσεις του τύπου: θα σου κάνω αυτό αν εσύ μου κάνεις εκείνο.

Ακόμη και έξω από τις ώρες εργασίας, οι συσχετίσεις μας με τους άλλους μπαίνουν σε πλαίσιο «συμφωνιών» ανταλλαγής και συμβολαίου. Αυτό είναι εμφανές όταν κάνουμε σε κάποιον μια χάρη, σπάνια θα τη δεχθεί χωρίς να νιώσει υποχρέωση να μας την ανταποδώσει, να δώσει αυτό για να πάρει εκείνο.

Πρέπει να αντισταθούμε σε αυτή την ανάγκη να ανταλλάσσουμε χάρες.

Θα πρέπει να δρούμε με γνώμονα τις προσωπικές μας επιθυμίες και τις τάσεις μας. Αυτό δεν σημαίνει να είμαστε τεμπέληδες ή αργοκίνητοι (αν και χρειάζεται και αυτό μερικές φορές), αλλά να κινούμαστε με αυτοπειθαρχία. Η ελεύθερα προσφερόμενη δουλειά στην πραγματικότητα απαιτεί ένα μεγάλο ποσοστό αυτοπειθαρχίας, καθώς δεν υπάρχει εξωτερικό έλεγχος παρά μόνο η εσωτερική μας επιθυμία να συμμετάσχουμε σε μια δράση που μας ικανοποιεί και μας κινητοποιεί.

Καθώς οδεύουμε προς έναν πιο ελεύθερο κόσμο με τη συνειδητή αναζήτηση ελεύθερα προσφερόμενης  εργασίας έξω από την αγορά εργασίας, μπορούμε να κάνουμε την αλλαγή και κατά τη διάρκεια της αμειβόμενης εργασίας. Θα πρέπει να κατανοούμε ότι όταν πουλάμε την εργατική μας δύναμη, πουλάμε ένα κομμάτι του εαυτού μας.

Η επίγνωση αυτή είναι ουσιαστική, αφού το πρώτο βήμα για την αλλαγή μιας κατάστασης είναι η κατανόηση της φύσης της. Μέσω αυτής μπορούμε να καταστρώσουμε στρατηγικές για να προκαλέσουμε το υπάρχον εργασιακό σύστημα της σκλαβιάς.

Για παράδειγμα:

Κάθε φορά που αγνοούμε τον τρόπο του αφεντικού και πράττουμε κατά το δοκούν, κάνουμε μια μικρή επανάσταση στο χώρο εργασίας. Κάθε φορά που απολαμβάνουμε μια προσωπική στιγμή, εν ώρα εργασίας. Κάθε φορά που αψηφούμε το ιεραρχικό σύστημα αποφάσεων στη δουλειά, νιώθουμε λίγη αυτοικανοποίηση. Οι μικρές αυτές προκλήσεις μπορεί να έρθουν τόσο από τα χαμηλά, όσο και από ψηλά.

Όσοι έχουν καταφέρει να αναρριχηθούν στην ιεραρχία, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη αυτή για να βοηθήσουν όσους είναι χαμηλότερα, με την προσπάθεια αποδόμησης των ιεραρχιών αυτών. Οι δάσκαλοι, για παράδειγμα, μπορούν να διδάξουν στους μαθητές την έννοια της συνειδητής επιλογής και να υιοθετήσουν την συλλογή λήψη αποφάσεων μέσα στην τάξη.

Προφανώς και το εργασιακό σύστημα είναι διεφθαρμένο και αμετάβλητο, παρόλα αυτά μπορούμε να το κάνουμε ανεκτό μέχρι να το καταστρέψουμε.

Και πρέπει σίγουρα να το καταστρέψουμε. Αν η ταυτότητα μας εξαρτάται από τη δουλειά και η δουλειά από τις συμβάσεις εργασίας, η οποία είναι ένα ψέμα, είναι δομημένες πάνω σε αυτό το ψέμα.

abolish work

Επιπλέον, η αγορά εργασία κινείται προς ένα όλο και αυξανόμενο εκμεταλλευτικό σύστημα. Μέχρι το 2000, υπολογίζεται ότι το 50% της εργασίας θα είναι «προσωρινές θέσεις», κάτι που περιέχει ακόμη λιγότερη αυτοδιάθεση από ότι η δουλειά με πλήρες ωράριο.

Ο Bob Black έχει δίκιο όταν τονίζει πως «κανένας δεν πρέπει να δουλεύει».

Ποιος ξέρει ποια δημιουργική δραστηριότητα θα έβγαινε από μέσα μας, αν δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να δουλεύουμε. Τι είδους κοινωνικές οργανώσεις θα διαμορφώναμε, αν δεν είχαμε το καθημερινό χαμαλίκι. Πώς θα ήταν η καθημερινότητα μιας γυναίκας, αν εξαφανίζαμε τη μισθωτή σκλαβιά και το αντικαθιστούσαμε με ελεύθερα προσφερόμενη εργασία και δραστηριότητες;

Μέσω της εξάλειψης της μισθωτής εργασίας, τονίζει ο Bob Black, μπορεί να αλλάξουν και οι έμφυλες διακρίσεις στο χώρο της δουλειάς, κάτι που είναι και ο κύριος άξονας του σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος. Πώς θα έμοιαζε ο κόσμος αν ενθαρρύναμε τους ανθρώπους να είναι δημιουργικοί και να αυτοορίζονται;

Πώς θα ο κόσμος ήταν αν κάθε φορά που γνωρίζαμε κάποιον και μας ρωτούσε «με τι ασχολούμαστε», μπορούσαμε χαρούμενοι να απαντήσουμε: «με αυτό και εκείνο και το άλλο», αντί για «τίποτα»; Έναν τέτοιο κόσμο αξίζουμε.


[1] Property in the person στο πρωτότυπο.

[2] Ο Αλεξάντερ Μπέρκμαν γεννήθηκε το Νοέμβρη του 1870 στο Βίλνο, πρωτεύουσα της Λιθουανίας, που ανήκε στη Ρωσική αυτοκρατορία. Σύντροφος της Έμας Γκόλντμαν, φυλακίστηκε πολλές φορές και στην Ρωσία αλλά και στις ΗΠΑ, πέρασε πολλούς μήνες στην απομόνωση για τις αναρχικές του ιδέες. Άρρωστος, έχοντας κάνει δύο ανεπιτυχείς εγχειρίσεις προστάτη, καταβεβλημένος απ τις κακουχίες, ο Μπέργκμαν αυτοκτονεί στις 22 Ιουνίου του 1936 πριν προλάβει να δει τους ισπανούς αναρχικούς να πραγματώνουν, έστω και για λίγο, το αναρχικό ιδανικό

 

Μετάφραση κειμένου στα Ελληνικά: Συλβάνα Παπαϊωάννου
Για το #IfI

© I for Interview team

Σε περίπτωση που επιλέξατε να αναδημοσιεύσετε κάποιο κείμενό μας στο δικό σας site, σας ευχαριστούμε ιδιαίτερα εκ των προτέρων για την προτίμηση! Ωστόσο,  να σας υπενθυμίσουμε το πόσο ευχάριστο και δίκαιο είναι να ακολουθούνται οι δεοντολογικοί κανόνες που ορίζουν τη σωστή και λειτουργική αναφορά στην αρχική  πηγή ( δλδ. αναγραφή πλήρους ονόματος του site μας και ενεργό link που ανακατευθύνει στο πρωτότυπο άρθρο). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζετε τον κόπο και τη δουλειά μας και σας ευχαριστούμε διπλά!

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Workerland

Στην Κορυφή