Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

Salariat | Το Λευκό Κολάρο στο λαιμό μας

στo Ημερολόγιο Καταστρώματος

Πέρα από την εργατική τάξη και την ελίτ, αν εξαιρέσουμε επίσης τους εργοδότες και τους αυτοαπασχολούμενους, υπάρχει και η τάξη του Σαλαριάτου (The salariats ή αλλιώς White Collars /Λευκά Κολάρα). Ο χαρακτηρισμός αρμόζει στην καλά αμειβόμενη υπαλληλία που χαίρει σταθερή και πλήρη απασχόληση, δηλαδή απασχολείται με μηνιαίες προσυμφωνημένες σταθερές αποδοχές, έχοντας συνάψει με τον εργοδότη σύμβαση αορίστου ή πολυετή χαρακτήρα (ή ακόμα και σχεδόν μόνιμης αποκατάστασης βλ. Δημόσιους φορείς).

Η εργατική τάξη (Blue Collars/Μπλε Κολάρα) σε σχέση με το Σαλαριάτο διαφοροποιείται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο δεσμεύεται σε μία σχέση με την εργοδοσία. «Οι πρώτοι παρέχουν εργασία, η οποία είτε αμείβεται κατ’ αποκοπή ή με βάση το χρόνο εργασίας (εργατοώρες), είτε με ιδεατό τρόπο λαμβάνουν χρήματα έναντι της προσπάθειας που καταβάλλουν. Οι δεύτεροι, υποτίθεται πως ανταμείβονται για την σχέση εμπιστοσύνης και αποζημιώνονται για την υπηρεσία που προσφέρουν»[διάβασε περισσότερα εδώ:Εργασιακή επισφάλεια και ‘πρεκαριάτο’]

Η «κοινή λογική» ορίζει πως το εισιτήριο εισόδου στο Σαλαριάτο είναι συνήθως οι Σπουδές. Οι υπαλληλικές θέσεις ως επί το πλείστον απαιτούν πτυχίο ή πτυχία και αποδεδειγμένη ακαδημαϊκή κατάρτιση. Η αναφορά για Λευκά Κολάρα που έπιασαν μία καρέκλα σε αυτή την «παράσταση» χωρίς «πτυχίο-εισιτήριοο» θα γίνει μία άλλη φορά, σε ένα άλλο άρθρο. Ας αρκεστούμε στα παρόν γραφόμενα να ρίξουμε μία εκτενή ματιά στην ψυχοσύνθεση του μέσου Salariat (του μέσου δηλαδή μισθωτού υπαλλήλου που εργάζεται για μία επιχείρηση ή όμιλο, συνήθως σε μία «θέση γραφείου», είτε είναι στον πάτο είτε στην κορυφή της ιεραρχικής πυραμίδας των εργαζομένων)

Οι σπουδές

Στην εφηβική ηλικία  τα πράγματα είναι κάπως συγκεχυμένα. Προσπαθώντας σαν έφηβος να αποφασίσει ένα άτομο «τι θέλει να κάνει στη ζωή του εργασιακά» –αν προσπαθεί βέβαια να πάρει μία τέτοια απόφαση καθώς δεν είναι και δεδομένο ότι θα τον απασχολήσει αυτό- συνήθως καλείται να απαντήσει σε ένα ερώτημα. Το ερώτημα αυτό δεν είναι φυσικά «Σε ποια τάξη θες να ανήκεις, στην εργατική ή στο Σαλαριάτο;», ούτε το «Θες να είσαι φτωχός ή λιγότερο φτωχός;». Η ερώτηση συνοπτικά διατυπώνεται ως εξής:

«Θα σπουδάσεις ή όχι παιδί μου;»

Και εφόσον  η τάξη των salariat του 21ου αιώνα, εμπεριέχει  σπουδές στο βιογραφικό της, το υποψήφιο Λευκό Κολάρο καταλήγει να διαβάζει σκληρά για δει το όνομά του στους επιτυχόντες μία σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η αλήθεια φυσικά και δεν είναι τόσο απλοποιημένη ούτε τόσο επιφανειακή.  Με έναν πρόχειρο συλλογισμό, θα έλεγα  ότι υπάρχουν 6 βασικοί λόγοι για τους οποίους κάποιος επιλέγει να επενδύσει χρόνο-χρήμα και φαιά ουσία στην Ανώτατη Εκπαίδευση:

  1. Για την αληθινή επιθυμία του ατόμου να λάβει τη μόρφωση και την ειδίκευση που προκύπτει από τη μελέτη μίας επιστήμης. Σπουδή για τη σπουδή και μόνο δηλαδή, μία σπάνια και ιδιαίτερα δονκιχωτική κατηγορία αποφοίτων που απλά αγάπησαν πολύ το αντικείμενο των σπουδών τους, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι δε να μπορούν να ποντάρουν πολλά στην επαγγελματική αποκατάσταση που απορρέει από την 4ετή/5ετή μελέτη τους, αλλά παρόλα αυτά zero-fucks-were-given γι αυτό το θέμα και εν μέρει μπράβο τους!
  2. Για το λόγο ότι το άτομο δεσμεύτηκε σε μία ανταλλακτική συμφωνία. Νουθετήθηκε και πατροναρίστηκε «επιτυχώς» από την οικογένεια και τον περίγυρο του ώστε να θεωρεί μονόδρομο την Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Έτσι, για τη «τιμή του πτυχίου και της κορνίζας αυτού» και κυρίως για τα «μάτια των γειτόνων και των συγγενών», το άτομο οφείλει να σπουδάσει ενώ ανταλλακτικά θα του προσφερθεί επαγγελματική αποκατάσταση, σε παντελώς άσχετο αντικείμενο από αυτό των σπουδών του , πχ.Εάν τεθεί στο τραπέζι η οικογενειακή επιχείρηση «Κατάστημα Εσωρούχων» και η προϋπόθεση «Απόκτηση πτυχίου τριτοβάθμιας» τότε

/

Ανάληψη επιχείρησης από τους γονείς

True if and only if

Πάρεις το Πτυχίο σου

/

  1. Με μοναδικό κίνητρο την επαγγελματική αποκατάσταση και με γνώμονα τα trends της αγοράς εργασίας, ο wannabe Salariat εφαρμόζει Αναλογικό Συλλογισμό:

Π1: Η Ναυτιλία κρατάει καλά στην Ελλάδα και έχει «δουλειά»

Π2: Εγώ βγάζω καλούς βαθμούς στα Μαθηματικά και τη Φυσική

Σ: Άρα, για να βρω σίγουρα δουλειά, θα σπουδάσω Ναυπηγός.

  1. Λόγω προσκόλλησης στο να διατηρηθεί ζωντανό το οικογενειακό όνομα στον επαγγελματικό χώρο και κατά συνέπεια να επωφεληθεί τους καρπούς αυτής της στρατηγικής (βλ. «έτοιμη πελατεία», «έτοιμο μαγαζί», «έτοιμος εξοπλισμός» και έτοιμο προς μεταβίβαση know-how της δουλειάς)

Πχ. Ο πατέρας οδοντίατρος θέλει να συνταξιοδοτηθεί. Για να μη πάει χαμένο το «μαγαζί», η πελατεία και η ταμπέλα έξω από την πόρτα, θα γίνει και ο απόγονος Οδοντίατρος χωρίς να υπάρχει περιθώριο αντιλογίας και χωρίς να έχει σημασία αν αυτό του/της αρέσει ή ταιριάζει.

  1. Για τη φάση και μόνο, ειδικά εάν αυτό συνεπάγεται αλλαγή πόλης/εργένικη-φοιτητική ζωή. Απλά και μόνο επειδή το άτομο μπορεί (οικονομικά και νοητικά), γιατί να μη το κάνει; Στη χειρότερη θα έχει την ευκαιρία να επενδύσει 4 χρόνια στη φοιτητική ζωή, πριν αρχίσει να ασπάζεται αυστηρά ωράρια, ψεύτικα χαμόγελα εργάσιμης Δευτέρας, πιστωτικές, δάνεια, τόκους, γιάπικα πουκάμισα και περιττά κιλά στους γοφούς από τις 10 ώρες σε μια καρέκλα με ροδάκια ημερησίως. Οπότε, σχολή να’ναι και ό,τι να’ναι.
  2. Χρήση των σπουδών ως εργαλείο για την επίτευξη του στόχου. Ο στόχος είναι η εξάσκηση του επαγγέλματος των ονείρων (ή έτσι νομίζει) του υποψήφιου Salariat. Πρόκειται ουσιαστικά για την απάντηση του στη γραφική ερώτηση «Τι θέλεις να γίνει όταν μεγαλώσεις;». Το συνειδητοποιημένο άτομο, που με κάποιο τρόπο μπόρεσε τοποθετήσει τον εαυτό σε μία μελλοντική διάσταση, θέλει να γίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο και ο μόνος τρόπος να το επιτύχει αυτό είναι να αποκτήσει γνώση και πτυχίο πάνω στο εν λόγω αντικείμενο. Πχ. Θέλω να γίνω Οικονομολόγος άρα θα σπουδάσω στην ΑΣΟΕ. Ίσως αυτός να είναι ο πιο «τίμιος» και λογικός τρόπος να αποφανθείς αν θα σπουδάσεις ή όχι.

Συνεπώς μία καλή και υγιής βάση ενός Salariat είναι οι σπουδές του, είτε αυτές ξεκίνησαν από το «πρέπει» είτε από την αληθινή επιθυμία.

Η αναζήτηση εργασίας

Έχοντας αποκτήσει ο μέσος Salariat το πτυχίο του, ίσως και το μεταπτυχιακό του, ίσως και κάμποση χαρτούρα ακόμη κατάλληλη για κορνίζωμα, δε δύναται να αυτό-απασχοληθεί και έτσι αναγκάζεται να ψάξει μία θέση εργασίας η οποία θα παράγει κέρδος για κάποιον άλλο, με αντάλλαγμα ένα σταθερό μηνιαίο μισθό.

Η πρώτη απογοήτευση του Salariat γαργαλάει τον εγκέφαλό του στο στάδιο αυτό της αναζήτησης. Ο ετοιμοπόλεμος Salariat συναντά παράλογες απαιτήσεις, παράλογα ωράρια, ειρωνικά χαμηλό μισθό σε σχέση με την παροχή γνώσης-πτυχίων που διαθέτει, γνωρίζει γλαφυρούς εργοδότες. Καμιά φορά συναντά παλιούς συμμαθητές από το σχολείο που δε σπούδασαν αλλά μόλις έχτισαν και ένα δεύτερο σπίτι ή μαθαίνει πως κάποιοι άλλοι δεν άντεξαν και έφυγαν -από τη χώρα, από τον κλάδο ή και από τη ζωή, όπως τους βγήκε καλύτερα. Δεν πτοείται φυσικά έτσι εύκολα, αφού ο στόχος έχει κλειδώσει: Θα γίνει ένα Λευκό Κολάρο, θα βολευτεί, θα βγάλει λεφτά, θα κάνει καριέρα, θα πιάσουν τόπο οι εξεταστικές. Αναπολεί τα φοιτητικά του χρόνια  και στέλνει βιογραφικά, ψάχνει ένα βύσμα να τον κουμπώσει κάπου, ενημερώνεται για όλα, φτιάχνει και LinkedIn.

Η αποκατάσταση

Μπορεί με την πρώτη ή μπορεί και μετά από κάμποσες προσπάθειες, κάποια στιγμή, για το δίκαιο της ιστορίας, ο εργαζόμενος πήρε επίσημα τον τίτλο του Salariat. Έριξε αγκυροβόλι σε μία εταιρία και ίσως έχει και προοπτικές εξέλιξης –δε ξέρει ακόμα πόσο κακό είναι αυτό. Χωρίς απαραίτητα να είναι ευχαριστημένος από την κατάληξη των πραγμάτων, ο salariat, είτε στάθηκε επίμονος και τυχερός και πλέον ξοδεύει την εργάσιμή του σε ένα αντικείμενο που τον ευχαριστεί είτε τέλος πάντων, βρήκε μία δουλειά της «προκοπής» και παίρνει έναν μισθό σταθερό. Όπως και να ‘χει, «δεν είναι εργάτης, είναι εργαζόμενος», λέει.

Η παγίδα

Αυτό που δεν είχε δει ο Salariat ήταν τα ψιλά τα γράμματα στο κάτω μέρος του χαρτιού. Παρανόησε. Πίστευε ότι εάν μπει στη τάξη του Σαλαριάτου, αν αποφύγει το Μπλε Κολάρο, θα κερδίσει λεφτά και καταξίωση. Το έπαθλο των κόπων του ήταν να γίνει τελικά ένας μικρομεσαίος με Πανεπιστημιακή κατάρτιση και με το δικαίωμα να ονειρεύεται ότι θα γίνει πλούσιος. Έχει ΙΧ ή μηχανή και έχει επίσης  ένα διόλου ευκαταφρόνητο ενοίκιο να πληρώνει κάθε πρώτη του μήνα. Όταν πέφτει μία αργία κολλητά με ΣΚ, κανονίζει 3ημερο στο Πήλιο ή μπορεί και στο Βερολίνο με προσφορά low-budget αεροπορικής. Έχει δύο εβδομάδες διακοπές το καλοκαίρι, έχει email εταιρικό με γεμάτο πάντα inbox και αν πάρει και εκείνη την αύξηση που ζήτησε, θα κλείσει κάνα δωμάτιο της προκοπής και όχι κάνα room-to-let της κακιάς ώρας.

Το καλό είναι ότι δεν παλεύει για να ζήσει άρα δεν είναι βιοπαλαιστής, με την κομμουνιστική τουλάχιστον χροιά της λέξης. Θα λέγαμε ότι του ταιριάζει περισσότερο η περιγραφή ενός ανθρώπου που «εργάζεται σκληρά».

Το κακό είναι ότι η αποκατάστασή του στην εταιρία, του έμαθε να ζει αυτόματα και μηχανικά. Αν για κάποιο λόγο χάσει τη δουλειά του, θα χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια του και το καθιέρωσε αυτό σαν νυχτερινό εφιάλτη μόλις ξεκίνησε η κρίση. Στο τέλος του κάθε μήνα, λαμβάνει το ίδιο ποσό. Αν τυχόν πάρει αύξηση μισθού απλά ανακατανέμει τις υποχρεώσεις και τα έξοδα του και για λίγες εβδομάδες χαμογελά αυτάρεσκα. Μετά συνηθίζει να λαμβάνει το ίδιο πόσο. Για να πάρει αύξηση μισθού ή προαγωγή είναι πρόθυμος να δουλέψει πιο σκληρά, να αποδείξει πόσα ξέρει, να κάνει καριέρα, να ανέβει κάποια στιγμή. Δεν παραδέχεται ότι «ζει για να δουλεύει», υποστηρίζει πως πρέπει να προσπαθείς για το καλύτερο, πως είναι ρε παιδί μου στο χαρακτήρα του αυτό που λένε “commitment”και δε μπορεί να κάνει αλλιώς.

 Η συνειδητοποίηση

Κάποια στιγμή εκτιμώ πως θα βρεθεί ένας ιδιαίτερα σκεπτόμενος Salariat που θα φέρει μεγάλη αναστάτωση σε αυτήν την κοινωνική τάξη. Κάποια στιγμή κάποιος θα σηκωθεί από το γραφείο του και θα φωνάξει το εξής:

«Μαλάκες, και πες ότι μου δίνουν 200 ευρώ αύξηση. Ε και; Θα αλλάξει κάτι σημαντικά στη ζωή μου; Τι επειδή θα μπορώ να πάω ένα 3ημέρο παραπάνω ή επειδή θα βάλω τελικά δόσεις για καινούριο αμάξι; Πόσες ώρες παραπάνω θα πρέπει να δουλέψω για να κερδίσω αυτήν την αύξηση; Πόσο πιο κοντά στο έλκος στομάχου θα φτάσω για 200 ευρώ ρε; Να έρχομαι Σάββατο και Κυριακές για να ‘μαι υποδειγματικός υπάλληλος; Για 200 ευρώ παραπάνω, δηλαδή για 2400 το χρόνο να μην έχω κουράγιο να δω τους φίλους, τα παιδιά μου, τον άνθρωπό μου;»

Ανάσα.

«Μαλάκες έχετε ιδέα πώς είναι να είσαι πραγματικά πλούσιος; Πώς είναι να βγάζεις λεφτά χωρίς να δουλεύεις σαν σκλάβος ή χωρίς να δουλεύεις καθόλου;»

Βαθιά ανάσα.

«Μαλάκες, ΚΑΤΙ ΚΑΝΑΜΕ ΛΑΘΟΣ τελικά»

 

 

Γράφει η Αμάντα Πατσοπούλου

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Ημερολόγιο Καταστρώματος

Στην Κορυφή