Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

Εργάτες του αρνητικού | Η εποχή του ατμού και του ατσαλιού (part I)

στo Εργαλειοθήκη/Χαρτοφύλακας

Μηχανολογία και ταξικός ανταγωνισμός

Βιομηχανική επανάσταση – φορντισμός – υπερτεχνολογικοποιημένος καπιταλισμός

 

Η εποχή του ατμού και του ατσαλιού

Υπάρχουν τρεις λόγοι που εξηγούν την εμμονή, στα όρια της αρρωστημένης λατρείας, των αφεντικών για το παρόν.

Ο πρώτος είναι ότι κάθε στιγμή -ως τώρα- του παρόντος είναι μια θριαμβευτική επιβεβαίωση της κυριαρχίας τους. Για τα αφεντικά, το παρόν είναι μια κραυγαλέα δήλωση ότι “ακόμη και τώρα, ακόμη ως τώρα…” είναι οι νικητές. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αυτό το υπερμέγεθες και διαρκώς επαναλαμβανόμενο παρόν λειτουργεί σαν μια προβολή στο μέλλον, εξορκίζοντας το ενδεχόμενο μιας ριζικής ιστορικής ανατροπής. Είναι η απειλητική προειδοποίηση προς τους αντιπάλους τους και η καθησυχαστική πρόβλεψη για τους ίδιους πως “αφού μέχρι τώρα τίποτα δεν άλλαξε, τότε τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει”. Ο τρίτος λόγος είναι η επέκταση του παρόντος στο παρελθόν, ώστε να συγκαλυφθούν οι καταβολές του και να παρουσιαστεί η ιστορία σαν μια αμείλικτη και αναπόφευκτη προέλαση του καπιταλισμού κι όχι σαν αυτό που πραγματικά είναι. Δηλαδή, μια ατέλειωτη και ακανόνιστη σειρά μαχών ενάντια στους αφέντες του κόσμου. Αν ήταν στο χέρι των αφεντικών θα είχαν ξεθεμελιώσει οριστικά την ιστορία αντικαθιστώντας την με την εικόνα ενός κόσμου έτσι – όπως – προστάζει – η – λογική – τους. Η πραγματοποίηση της θέλησής τους θα ήταν ένα απέραντο κοινωνικό εργοστάσιο που θα ξερνούσε στο παρελθόν επενδύσεις, συσσωρεύσεις, εμπορικές δοσοληψίες, χρεοκοπίες, μετοχές και ηρωικές πράξεις τοκογλύφων. Πίσω όμως από αυτή την ιστορική εικόνα όπου βασιλεύουν οι καλοκουρδισμένες τελετουργίες της καπιταλιστικής οικονομίας, κρύβονται εποχές που τα αφεντικά χρειάστηκε να φτύσουν το αίμα τους (και να χύσουν των υπόλοιπων) προκειμένου να επιβάλλουν τις προσταγές της κεφαλαιακής σχέσης.

*

Η επίσημη  ιστοριογραφία, όταν αναφέρεται στην πρώιμη ιστορία του καπιταλισμού, το κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδείξει την επέκταση και ισχυροποίηση της αστικής τάξης σε βάρος των προπατόρων της, των προηγούμενων κυρίαρχων. Οι αστοί επελαύνουν και στο διάβα τους ο γερασμένος κόσμος των ευγενών, των φεουδαρχών και των οίκων τους παραμερίζει, αφήνοντας χώρο στους νέους οίκους των τραπεζών και των εμπόρων. Αλήθεια, αλλά επικίνδυνα λειψή αλήθεια. Λειψή και περιορισμένη αποκλειστικά σε όσα θα ήθελαν τα αφεντικά να είναι τα μοναδικά που διαδραματίστηκαν. Και γιαυτό μια αλήθεια άχρηστη. Τα αφεντικά από την πρώτη στιγμή που άσκησαν την εξουσία τους, χρειάστηκε να αναμετρηθούν με το μόλις γεννημένο (και πεταμένο πάνω στο πάγκο της εκμετάλλευσης) προλεταριάτο. Και εκεί είναι που άρχισε να χτυπά η καρδιά του σημερινού κόσμου: στην ταξική σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο πόλους του κοινωνικού σχηματισμού.

Η πρωταρχική συνθήκη που επέτρεψε στα αφεντικά να επιβάλλουν τις προσταγές τους στους απόκληρους εκείνης της εποχής ήταν η αφαίρεση από τους δεύτερους κάθε δυνατότητας επιβίωσής τους έξω από την μισθωτή εργασία, κατ’ αρχήν με την αφαίρεση, την κλοπή, των μέσων παραγωγής από τα χέρια τους. Μια «αφαίρεση» που συντελέστηκε όχι σαν φυσική εξέλιξη, στο όνομα ενός “αναπόφευκτου ιστορικού προτσές”, αλλά ως μια αιματηρή εποποιία βίας. Ο πόλεμος, το δουλεμπόριο, οι κατακτήσεις αποικιών, οι νόμοι για τους φτωχούς, οι περιφράξεις, η προσφυγιά, ως και οι επιδημίες και οι καταστροφές, ήταν που χάραξαν το δρόμο των αστών. Στερημένοι με τέτοιο τρόπο από κάθε τι το αναγκαίο και απαραίτητο, οι πρόγονοι προλετάριοι έπαιρναν αναγκαστικά τον δρόμο για τα πρώτα εργαστήρια που εγκαθιστούσαν οι νέοι αφέντες.

Σ’ αυτή την πρώτη περίοδο, «πρωτόγονη» για τα σημερινά δεδομένα της οικονομίας, η ανάγκη και απαίτηση των αφεντικών για αδιάκοπη παροχή εργασίας από τους προλετάριους, είχε την ίδια ένταση όσο και σήμερα. Η “απλή δαπάνη εργατικής δύναμης” ήταν για τις μανιφακτούρες του 18ου αιώνα το πρωτογενές πεδίο λεηλασίας της υπεραξίας, με τον ίδιο απαράλλαχτο τρόπο που ισχύει και σήμερα σε κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, από την silicon valley, μέχρι τα ορυχεία αλατιού. Εξίσου όμως με την εργασία, τα αφεντικά είχαν ανάγκη και των ίδιων των γνώσεων που κατείχαν οι πρώτοι προλετάριοι. Οι άνδρες και οι γυναίκες, που γνώριζαν να επεξεργάζονται, να συνδυάζουν, να αυτοσχεδιάζουν, να επιδιορθώνουν και να κατασκευάζουν, έπρεπε να παρέχουν στους καπιταλιστές την εργασία τους μαζί με τον γνωστικό πλούτο που διέθεταν και είχε γεννηθεί από αιώνες εμπειριών. Γιατί; Γιατί απλούστατα η εφαρμογή αυτών των γνώσεων ήταν ο μοναδικός τρόπος για να κινητοποιηθούν τα μέσα παραγωγής, να δουλέψουν τα εργαστήρια και να υπάρξει η παραγωγή των εμπορευμάτων. Τα παπούτσια χρειαζότανε τσαγκάρηδες, τα καρφιά σιδεράδες, τα σκαριά μαραγκούς, τα υφάσματα υφαντές, κι αυτό χρειαζότανε σε όλη την αλυσίδα της παραγωγής. Το μυαλό, η δημιουργική πνοή της εργασίας, ήταν εξίσου απαραίτητο με τα χέρια που μεταλλάσσανε τις πρώτες ύλες σε εμπορεύματα. Μ’ αυτή την έννοια, από την αυγή του καπιταλισμού, η εκμετάλλευση ήταν και εξακολουθεί να είναι μια αδιαίρετη διαδικασία που δεν υπάγεται στην όποια διάκριση ανάμεσα σε χειρωνακτική και πνευματική εργασία. Ας το κρατήσουμε αυτό, γιατί θα μας χρειαστεί μπαίνοντας στον 21ο αιώνα.

Όμως, η κινητοποίηση των διανοητικών δεξιοτήτων του προλεταριάτου είναι ακόμη ως σήμερα η απαραίτητη προϋπόθεση για την καπιταλιστική παραγωγή και είναι τέτοια όσο τα αφεντικά είναι εγκλωβισμένα στην αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτή την κινητοποίηση και στην αέναη επιχείρησή τους να μετατρέψουν τους εργάτες και τις εργάτριες σε αντικείμενα της εκμετάλλευσης, να τους κάνουν δηλαδή πράγματα. Τι διαφορετικό υπήρχε εκείνη την εποχή, πριν από αυτό που οι καθεστωτικοί διανοούμενοι ονόμασαν «βιομηχανική επανάσταση»; Η διαφορά βρίσκεται στο ότι το πρώτο προλεταριάτο κατείχε με ένα αποκλειστικό τρόπο την γνώση και τις επιδεξιότητες. Η εφαρμογή τους, το ξεδίπλωμά τους στη σφαίρα της παραγωγής βάζοντάς την σε κίνηση, ήταν δική του υπόθεση και το χρησιμοποιούσε αυτό υπερασπίζοντας τα συμφέροντά του. Τα αφεντικά ήταν υποχρεωμένα κάθε στιγμή να εκβιάζουν προκειμένου να εκμεταλλευτούν την αστείρευτη πηγή της προλεταριακής διάνοιας και μάλιστα με πενιχρά αποτελέσματα ενάντια σε έναν αντίπαλο που μπορεί να είχε υποταχθεί στην καπιταλιστική σχέση, αλλά δεν είχε ταπεινωθεί ολοκληρωτικά και συλλογικά έβαζε διαρκώς στο κέντρο την άρνησή του να γίνει η κινητήρια δύναμη μιας παραγωγής για την οποία, στην τελική, δεν του καιγότανε καρφάκι. Έτσι μπορεί να γίνει κατανοητό το ουσιαστικό περιεχόμενο της “αποκλειστικότητας”: οι γνώσεις αποτελούσαν για το προλεταριάτο ένα όπλο στον ταξικό πόλεμο, στο οποίο τα αφεντικά δεν μπορούσαν να απλώσουν χέρι.

Γράφει ο Ε. Π. Τόμσον στο βιβλίο του Χρόνος, Εργασιακή Πειθαρχία και Βιομηχανικός Καπιταλισμός: 

…τον ακανόνιστο ρυθμό [στην ένταση της εργασίας] πρέπει να τον τοποθετήσουμε στον ίδιο ακανόνιστο κύκλο της εβδομάδας εργασίας και της χρονιάς εργασίας, που προκαλούσαν τους θρήνους των ηθικολόγων και των εμποροκρατών του 17ου και του 18ου αιώνα. Διαβάζουμε την σατιρική εκδοχή αυτής της κατάστασης στους παρακάτω στίχους: «Ξέρεις ότι η Δευτέρα είν’ αδελφή της Κυριακής, όπως κι η Τρίτη· την Τετάρτη πρέπει να πας στην εκκλησία να προσευχηθείς· η Πέμπτη είναι ημιαργία· Παρασκευή, πολύ αργά για να πιάσεις να γνέσεις κι όσο για το Σάββατο, το μισό είναι αργία». Ο Τζ. Χούγκτον μας δίνει την αγανακτισμένη εκδοχή: «Όταν οι πλέκτες και οι κατασκευαστές μεταξωτών καλτσών παίρνουν καλό μισθό για τη δουλειά τους, βλέπεις ότι σπάνια δουλεύουν τη Δευτέρα και την Τρίτη κι ότι περνάνε τον πιο πολύ καιρό τους στην ταβέρνα ή παίζοντας… Οι υφαντές, που είναι συνήθως μεθυσμένοι τη Δευτέρα, έχουν πονοκέφαλο την Τρίτη, ενώ την Τετάρτη τα εργαλεία τους δεν είναι σε καλή κατάσταση. Όσο για τους τσαγκάρηδες, καλύτερα να τους έγδερνες ζωντανούς παρά να μην τους αφήσεις να γιορτάσουν την Αγία Καθίστρα Την Δευτέρα [την Τσαγκαροδευτέρα]…» […] Την Δευτέρα ή την Τρίτη, σύμφωνα με την παράδοση, ο χειρωνακτικά εργαζόμενος προσαρμόζεται στον αργό ρυθμό της μελωδίας «Ε-ε-ε-εχουμε καιρό, ε-ε-ε-εχουμε καιρό». Την Πέμπτη και την Παρασκευή στο «Αλ-λη μια μέρα, αλ-λη μια μέρα». Ο πειρασμός για χουζούρι, για άλλη μια ώρα στο κρεβάτι φόρτωνε τη δουλειά το βράδυ και τότε χρειαζόταν να γίνει με το φως των κεριών. Ελάχιστα επαγγέλματα αναφέρεται ότι δεν γιόρταζαν την Αγία Δευτέρα: οι τσαγκάρηδες, οι ράφτες, οι καρβουνιάρηδες, οι εργάτες των τυπογραφείων, οι κεραμοποιοί, οι υφαντές, οι καπελάδες και οι μαχαιροποιοί, είναι όλοι τους γνήσιοι πιστοί. Παρά την πλήρη απασχόληση σε πολλούς επαγγελματικούς κλάδους στο Λονδίνο την εποχή των ναπολεόντειων πολέμων, ένας παρατηρητής γράφει ότι «σ’ αυτή την μητρόπολη βλέπουμε να γιορτάζεται με σχολαστική ευλάβεια η Αγία Δευτέρα… που πολύ συχνά συνοδεύεται από μια Αγία Τρίτη».

Δυο και περισσότερους αιώνες πριν, η κατάσταση για τα αφεντικά ήταν “αξιοθρήνητη” σύμφωνα τουλάχιστον με τις μαρτυρίες τους. Οι προλετάριοι αρνούνταν πεισματικά να υπαχθούν ολοκληρωτικά στην σκληρή λογική της συσσώρευσης. Οι πλέκτες, οι κατασκευαστές, οι υφαντές, οι τσαγκάρηδες…, δηλαδή οι μάστορες και πιο συγκεκριμένα η φιγούρα του προλετάριου που κατέχει την απαραίτητη γνώση για να πάρει μπρος το εργαστήριο, απλά – απλούστατα δεν γουστάρουν να δουλέψουν κι αυτό δένει κόμπο τα χέρια των αφεντικών. Χωρίς τους μάστορες δεν μπορούνε, αλλά και στις πλάτες τους δεν μπορούν να κάνουν κουμάντο. Να ένα επίπεδο ταξικού ανταγωνισμού, που αξίζει όλους τους θρήνους των αφεντικών.

Φτάνουμε σε ένα κρίσιμο σημείο. Τ’ αφεντικά αναδεικνύονται νικητές στο κοινωνικό πεδίο, επιβάλλοντας το κεφάλαιο σαν την κυρίαρχη σχέση ανάμεσα σε αυτούς και τους εργάτες. Το προλεταριάτο διαχωρίζεται από κάθε μέσο απαραίτητο για την επιβίωση του, διαχωρίζεται από τα ίδια τα προϊόντα της εργασίας του που μετατρέπονται σε εμπορεύματα (θα δούμε παρακάτω κι έναν αιώνα αργότερα κάποιες ιδιαίτερες συνέπειες αυτού του διαχωρισμού) και αρχίζει να ανακαλύπτει φτιάχνοντας και να φτιάχνει ανακαλύπτοντας τον εαυτό του ως συλλογικό ανταγωνιστικό υποκείμενο μέσα στους χώρους παραγωγής. Ένα υποκείμενο που μπορεί να έχει χάσει τον κόσμο, αλλά δεν χαρίζεται ούτε χαρίζει τις ικανότητές του στα αφεντικά. Οι συνθήκες αυτές δημιουργούν μια οριακή κατάσταση, με την παραγωγή να αγκομαχεί, τους προλετάριους να χρησιμοποιούν τις δεξιότητες τους και την εφευρετικότητα τους περισσότερο για να αρνηθούν παρά για να εργαστούν και τα αφεντικά να αναζητούν τρόπους ώστε να κάμψουν τους ταξικούς τους αντιπάλους και να επιβεβαιώσουν τον έλεγχό τους πάνω τους. Υπό τους αυστηρούς ήχους των γραναζιών, εισέρχεται η τεχνολογία κι η μηχανή αναλαμβάνει να περάσει πάνω απ’ τα κεφάλια των εργατών (μ’ αυτή την έννοια το πρότυπο κάθε καπιταλιστικής μηχανής, απ’ το ρολόι μέχρι το ηλεκτρικό κατσαβίδι, είναι το ερπυστριοφόρο).

Υπάρχει ένα πολύ χαρακτηριστικό κομμάτι από μια έκθεση ενός συμβουλίου του Μάντσεστερ – ένα από τα τόσα συμβούλια που διορίζονταν τότε στην Αγγλία κατά την πρώτη φάση της εκβιομηχάνισης: «Θάκανε καλό στους εργάτες των εργοστασίων να θυμούνται ότι η εργασία τους είναι κάτι πολύ κατώτερο από την άποψη της ικανότητας εργασίας, ότι δεν υπάρχει άλλη ικανότητα που να αποχτιέται πιο εύκολα και, παίρνοντας υπόψη την ποιότητά της, να πληρώνεται περισσότερο, ότι δεν υπάρχει άλλη δουλειά που με τόση λίγη εκπαίδευση ακόμη και στον πιο άπειρο άνθρωπο να παρέχεται σε τόση ποσότητα και σε τόσο μικρό διάστημα. Οι μηχανές του αφεντικού έχουν στην πραγματικότητα σε όλη την παραγωγή μια λειτουργία πολύ πιο σημαντική από την εργασία και την ικανότητα του εργάτη που μπορεί να αποκτηθεί μέσα σε έξι μήνες και κάθε δούλος γης μπορεί να την μάθει».
[ Ρανιέρο Παντσιέρι, Για τον Νεοκαπιταλισμό, από την συλλογή κειμένων Νεοκαπιταλισμός και Επαναστατικό Κίνημα. ]

*

Μόλις τα αφεντικά θεώρησαν ότι βρήκαν την απάντηση στον οξυμένο ταξικό ανταγωνισμό, πέρασαν από τους θρήνους στην αυθάδεια. Η εργασία των προλετάριων, η τόσο πολύτιμη για τα καπιταλιστικά εργοστάσια, ελεεινολογήθηκε σαν «κατώτερη», ευτελής και φυσικά πληρωμένη αδικαιολόγητα ψηλά. Η πληθωρικότητα των εμπειριών, που κληροδότησε η ιστορία και αποτυπώθηκε σε μια γκάμα απίστευτων δεξιοτήτων έγινε «ικανότητα που αποχτιέται εύκολα». Και μπροστά στις «μηχανές του αφεντικού» ο εργάτης μεταλλάχθηκε σε «δούλο». Η εισαγωγή των μηχανών στην παραγωγή σημαδεύτηκε από την πρώτη της στιγμή με το ανεξίτηλο ως σήμερα σημάδι της τρομοκρατίας. Τα πρώτα εργοστάσια με τις θηριώδεις τους διαστάσεις, την μολυσμένη τους ατμόσφαιρα από καπνό και σκόνη και το εσωτερικό τους σε μια αδιάκοπη και ακατανόητη κίνηση, ήταν έτσι κατασκευασμένα ώστε να προκαλούν το δέος. Στους διαδρόμους τους η αυταρχικότητα των αφεντικών, μεταμφιεσμένη σε τεχνολογική ορθολογικότητα, επέβαλλε την αντίληψη πως η εργασία των προλετάριων ξεπέφτει δήθεν σε ένα έλασσον πάρεργο, περιφερειακό στην μηχανοποιημένη παραγωγή. Μπροστά στον τεχνικό εξ-οπλισμό (γιατί ακριβώς περί «οπλισμού» πρόκειται) οι εργάτες όφειλαν να υποκλιθούν και να παραμερίσουν. Δεκαετίες μετά, αυτή η φρικτή μηχανοποιημένη τρομοκρατία έμελλε να αποκτήσει τόσο βαθιές και ισχυρές ρίζες μέσα στην κοινωνία, ώστε να συναντήσει την θετική αναγνώριση ακόμη κι από αυτούς που θα ‘πρεπε να την εχθρεύονται περισσότερο. Η πίστη στην ουδετερότητα και τον προοδευτικό χαρακτήρα της τεχνολογίας συνέβη να διαβρώσει ακόμη και το ίδιο το προλεταριάτο.

Αλλά ας δούμε πρώτα τι σημαίνει η χρήση των μηχανών από τα αφεντικά και γιατί ο χαρακτήρας τους είναι ενάντια στους εργάτες. Από μια «τεχνική» άποψη, στη σφαίρα της παραγωγής, αυτό που κάνουν οι μηχανές είναι να αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας. Δηλαδή, με απλά λόγια, οι μηχανές μειώνουν τον χρόνο που χρειάζεται να δουλέψει ένας εργάτης προκειμένου να παραχθεί ένα εμπόρευμα. Που σημαίνει ότι με τον ίδιο χρόνο εργασίας, οι μηχανές προκαλούν την παραγωγή μεγαλύτερου αριθμού εμπορευμάτων. Σταματώντας εδώ όμως, αυτή η επίπεδη ματιά είναι η τεχνο-λογική ερμηνεία της μηχανής, απ’ την σκοπιά των ίδιων των μηχανών που υποβιβάζουν τους εργάτες σε μια απλή δεξαμενή εργατικής δύναμης. Το πραγματικό νόημα της μηχανής μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο μέσα στις ιστορικές συνθήκες του ταξικού ανταγωνισμού που προκάλεσαν την κατασκευή της και οδήγησαν στον βιομηχανικό καπιταλισμό.

Η καθεστωτική αφήγηση για την βιομηχανική επανάσταση έχει στο κέντρο της τον κινητήρα (ιδιαίτερα η ατμομηχανή κατέχει μια περίοπτη θέση) και περιορίζεται σε ένα κατεβατό εφευρέσεων, καινοτομιών και θαυμαστών επιδόσεων των νέων μηχανών, συγκρινόμενες πάντα με τους εργάτες. Πρόκειται πάλι για μια αφήγηση που εκφέρεται από την ίδια την μηχανή – και το αφεντικό της. Γιατί η πραγματική καινοτομία της μηχανής δεν βρίσκεται ούτε στη μέθοδο που μετατρέπει την όποια ενέργεια σε μηχανική, ούτε στον κινητήρα, αλλά στην τελική της απόληξη που συμμετέχει στην παραγωγή, στο τμήμα της που παρεμβαίνει -κυριολεκτικά- ανάμεσα στον εργάτη και την παραγωγή, δηλαδή το εργαλείο. Στα μηχανοκίνητα εργαλεία του 18ου αιώνα (απ’ τον αργαλειό μέχρι το αμόνι), η καθεστωτική ματιά στρέφεται στο πρώτο μέρος, τους ατμοκινητήρες απ’ όπου πήγαζε μια δύναμη αστείρευτη και συντηρούνταν μια κίνηση αδιάκοπη. Η κριτική όμως αναγνωρίζει ότι εκεί που συντελέστηκε η ριζική αλλαγή, είναι στο δεύτερο μέρος, τα εργαλεία. Και συγκεκριμένα στη σχέση του εργάτη με τα εργαλεία παραγωγής, που ως τότε ήταν το μέσο του για να επιβάλλει τις δικές του νόρμες στο ρυθμό και την ένταση της εργασίας. Όχι γιατί είχε την ιδιοκτησία τους, αλλά γιατί αποτελούσαν την προέκταση των γνώσεων που αυτός κατείχε. Και είδαμε ότι εξαιτίας αυτής της συνθήκης, μέχρι να εισαχθούν οι μηχανές στα εργαστήρια, η παραγωγή ήταν οργανωμένη με ένα υποκειμενικό τρόπο, με άξονα και κέντρο τον ειδικευμένο εργάτη. Η εισαγωγή της τεχνολογίας στην παραγωγή ήταν ο τρόπος των αφεντικών για να σπάσουν αυτή την ζωτική σχέση, που είχε ξεκάθαρα ένα ταξικό / πολεμικό χαρακτήρα. Στα πλαίσια της καπιταλιστικής τεχνολογίας, οι μηχανές δεν ήταν τίποτα λιγότερο από το σφυρί που θρυμμάτισε αυτή τη σχέση, ώστε στη συνέχεια η παραγωγή να οργανωθεί με ένα αντικειμενικό τρόπο, με άξονα και κέντρο πλέον την ίδια την μηχανή.

Έχει σημασία να σημειώσουμε πως στην πρώτη φάση ανάπτυξης της τεχνολογίας, η επιστήμη δεν είχε σχεδόν καμία σχέση με τις μηχανές και μόνο μετά την εμφάνισή τους ανέλαβε να τις ερμηνεύσει σύμφωνα με τα γενικά και θεωρητικά της μοντέλα. Οι πρώτες μηχανές δεν φτιάχτηκαν σε κάποιες απομονωμένες εργαστηριακές γυάλες, αλλά κατασκευάστηκαν επιτόπου, μέσα στην ίδια την παραγωγή, από πρακτικούς μηχανικούς. Δεν προέκυψαν από αφηρημένα μοντέλα, αλλά από τις εμπειρικές παρατηρήσεις πάνω στον τρόπο που εργάζονταν οι ίδιοι οι εργάτες. Εκείνοι οι μηχανικοί ήταν που παρακολούθησαν συστηματικά και προσεκτικά όλο το φάσμα των εφαρμοσμένων γνώσεων των προλετάριων, τον τρόπο που χρησιμοποιούσαν τα εργαλεία τους και οργάνωναν την παραγωγή και στη βάση αυτής της παρακολούθησης άρχισαν να δοκιμάζουν τα πρώτα μηχανικά μοντέλα. Ως γνήσιοι πράκτορες των αφεντικών, οι τεχνολόγοι μηχανικοί εκμεταλλεύτηκαν την σύνθετη και πληθωρική προλεταριακή επιδεξιότητα, την λεηλάτησαν και την ενσωμάτωσαν στις μηχανές. Με αυτό τον τρόπο, μετά τον διαχωρισμό από τα μέσα παραγωγής και τον διαχωρισμό από το προϊόν της παραγωγής, τα αφεντικά πέτυχαν τον διαχωρισμό του προλεταριάτου από τα εργαλεία παραγωγής, ακρωτηριάζοντας και κλέβοντας τις γνώσεις του. Αυτό που έχασαν οι εργάτες, πέρασε στα χέρια των αφεντικών εναντίον τους. Η ζωντανή γνώση των άμεσων παραγωγών μετατράπηκε σε νεκρή γνώση, κατεψυγμένη μέσα στις μηχανές και έτσι σταθεροποιήθηκε η κυριαρχία των αφεντικών και ο έλεγχός τους στην παραγωγή. Με τον διαχωρισμό των εργατών από την ίδια τους την γνώση, η σχέση τους με τα εργαλεία αντιστράφηκε· δεν ήταν πλέον αυτά προέκταση των δεξιοτήτων τους, αλλά έγιναν οι ίδιοι προέκταση των εργαλειομηχανών. Δεν ήταν πια τα αφεντικά που έπρεπε να εκβιάζουν την κινητοποίηση των δυνατοτήτων του προλεταριάτου, αλλά το προλεταριάτο που έπρεπε να προσαρμοστεί στην αδιαμφισβήτητη τεχνο-λογική των μηχανών και να υποταχθεί στον σκληρό ρυθμό τους. Ήταν μια μάχη που δόθηκε και δόθηκε με σκληρό τρόπο. Η βία που ξέσπασε από την επιχείρηση των αφεντικών να μετατρέψουν τον ειδικευμένο εργάτη σε εργάτη-εξάρτημα προκειμένου να καμφθεί το προλεταριάτο, άλλαξε ριζικά τη μορφή και τα περιεχόμενα των καπιταλιστικών κοινωνιών, καθιστώντας την τεχνολογία αυτό που είναι μέχρι σήμερα: έναν από τα κυριότερα εργαλεία των αφεντικών στον ταξικό πόλεμο.

Η «βιομηχανική επανάσταση”, δηλαδή η αναδιάρθρωση της παραγωγής ως μέσο ανασύνθεσης του προλεταριάτου, δεν ήταν μια διαδικασία ομοιόμορφη και ομαλή για όλους τους καπιταλιστικούς κλάδους. Οι ασυνέχειες, οι ανατροπές και οι διακυμάνσεις περιγράφουν πιο ρεαλιστικά τις αλλαγές, παρά η εικόνα της γραμμικής, εξελικτικής προόδου που προβάλλει η επίσημη ιστορία. Όπως συμβαίνει και σήμερα, συνυπήρχαν ταυτόχρονα καπιταλιστικοί κλάδοι που προχώρησαν με γρήγορους ρυθμούς στο καινούργιο σύμπαν της βιομηχανικής παραγωγής, με κλάδους που εξακολουθούσαν να εφαρμόζουν «αρχαϊκές» μεθόδους εκμετάλλευσης κι ανάμεσά τους άλλοι που χαντακώθηκαν στα τεχνολογικά «χάσματα». Η συνθήκη αυτή όμως δεν αναιρεί το συμπέρασμα ότι η βιομηχανική επανάσταση είναι ένα κεφάλαιο του πολέμου μιας τάξης ενάντια σε μια άλλη τάξη. Των αφεντικών ενάντια στο προλεταριάτο. Χωρίς μυστικά διευθυντήρια, κρυφά στρατηγεία και ολοκληρωμένα «μακροπρόθεσμα» σχέδια, αλλ’ ακόμη κι έτσι (με τον τρόπο δηλαδή που γράφεται η ιστορία ενός κόσμου σε δυναμική) τα αφεντικά έδωσαν τον πόλεμο αυτό στο όνομα των κοινών τους συμφερόντων, ενάντια στον κοινό τους αντίπαλο. Έστω κι αν για τον κάθε μεμονωμένο καπιταλιστή δεν συνεπαγόταν τα ίδια άμεσα «οφέλη», έστω κι αν «συνέβη να αντιμετωπίσει ο ένας τον άλλο σαν νόθο αδελφό, στο μεταξύ τους ανταγωνισμό». Μ’ αυτή την έννοια η «βιομηχανική επανάσταση» υπήρξε μια διαυγής αποκρυστάλλωση του ταξικού ανταγωνισμού.

*

Τριακόσια χρόνια σχεδόν μετά την εισαγωγή των πρώτων μηχανών στην καπιταλιστική παραγωγή, τα ίδια περιεχόμενα εξακολουθούν απαράλλαχτα (στον πυρήνα τους) να επανέρχονται μέχρι σήμερα και κάθε «νέα τεχνολογική επανάσταση» μας εισάγει κατευθείαν στο πεδίο του ταξικού ανταγωνισμού. Όταν τα αφεντικά επενδύουν στην τεχνολογία, το λιγότερο που κάνουν είναι να «εισάγουν νέες μηχανές στην παραγωγή». Εξάλλου μηχανές, έστω στην υποτυπώδη τους μορφή, ήταν ήδη στην παραγωγή πριν ο πρώτος μηχανικός αργαλειός μπει σε εργοστάσιο. Υπήρχαν όμως ως πρακτικές προεκτάσεις των χεριών και του μυαλού των εργατών, ως εργαλεία κάτω από τον έλεγχο τους. Υπήρχαν μέσα σε ένα πλαίσιο σχέσεων με ανταγωνιστικά περιεχόμενα προς τις καπιταλιστικές προσταγές. Τα αφεντικά αυτό που έκαναν ήταν να ανατρέψουν με τεχνικούς όρους τη σχέση αυτή, επανακαθορίζοντας τη θέση του προλεταριάτου και τον έλεγχό τους πάνω του. Γι’ αυτό η τεχνο-λογική αναδιάρθρωση δεν είναι καθόλου ένα «τεχνικό» ζήτημα. Αντίθετα. Στον καπιταλισμό η τεχνολογία είναι μια σχέση κυριαρχίας και ελέγχου, επενδυμένη με ελατήρια. Και η μηχανή είναι η υλική έκφραση αυτής της σχέσης.

 

Θα ακολουθήσου 2ο και 30  μέρος :

Η εποχή των μηχανών του κιμά και των μεγάλων λευκών οικιακών συσκευών.

Η εποχή των αιθέριων μηχανών και των μηχανικών σωμάτων

 

Πηγή: www.sarajevomag.gr

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Εργαλειοθήκη

Δώρο Πάσχα

Ποιοι δικαιούνται Δώρο Πάσχα Όλοι οι μισθωτοί που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα
Στην Κορυφή