Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

Και τώρα, τρελοκόριτσο, γελάς

στo Mind Opener

Κάποτε ένα και μόνο κουδούνισμα μπορούσε να σου αλλάξει τη ζωή.

Τα νέα ήταν απροσδόκητα και αιχμηρά. Δε σέρνονταν με τις ώρες πάνω σε στοίβες από αλφαβήτες. Σε πετύχαιναν με τη μία, σαν χτύπημα του Τοσίρο Μιφούνε. Ήταν ΝΕΑ, όχι απόηχοι από το λασκαρισμένο τέλι ενός αδιάφορου οργανοπαίχτη. Είχαν κάτι να πουν.

Το ακουστικό είχε εκείνες τις μεγάλες τρύπες και ίσως μερικοί φαντάζονταν, -εγώ σίγουρα- πως έβγαζαν σε ένα πραγματικό υπόγειο πέρασμα χιλιομέτρων, γεμάτο καλώδια και αγωγούς και τρύπες και βύσματα και φωνές που αντηχούν μέσα στα πλαστικά σύρματα. (Αυτά παλιότερα, βέβαια, γιατί τώρα οι τρύπες του ακουστικού είναι ή κάτι τρύπες για πιπέρι, ούτε καν αλάτι, ή κάτι αδιάφορες σχισμές, σαν γρατσουνίσματα από ζώο που δε μπορεί πια να σου κάνει το παραμικρό κακό.) Το ακουστικό ήταν ο αγωγός που συνέδεε τον μέσα κόσμο με τον έξω και δεν υπήρχε κανείς, ούτε ο πιο μονόχνωτος, ούτε ο πιο μοναχικός, που να μην ήθελε να έχει σύνδεση με το κεντρικό φρεάτιο, ένα μικρό ποντικάκι κι αυτός βουτηγμένο στο πλούσιο (αλλά βρόμικο) νερό της ανθρώπινης επικοινωνίας.

Σε αυτό βέβαια συνέβαλαν και οι διάφορες δυσκολίες, πρακτικές κατά κύριο λόγο, που πάντα κάνουν το μέλει γενέσθαι πιο επιθυμητό. Γιατί, για όσους θυμούνται, μια εποχή, όχι πολύ μακρινή από την αφετηρία της αφήγησης μας, η απόκτηση τηλεφώνου ήταν μια επίπονη και μακροχρόνια διαδικασία. Το τέρας της γραφειοκρατίας δάγκωνε, το άρμα της τεχνολογίας μπάταρε και το όλο εγχείρημα φάνταζε σωστός άθλος, που έφτανε σε ένα αίσιο τέλος που ούτε αίσιο ήταν, ούτε τέλος, μιας και τα προβλήματα δε λύνονταν με την απόκτηση της πολυπόθητης γραμμής.

Εν πάση περιπτώσει, εκείνη τη Δευτέρα το απόγευμα, όπως και κάθε χειμωνιάτικη Δευτέρα, τα φώτα που ξεχύνονταν από τα σπασμένα τζάμια του εργοστασίου, ήταν σκληρά, για να θυμίζουν σε όλους όσοι τα κοιτούσαν πως έτσι άδοξα πρόκειται να κυλήσει και όλη η υπόλοιπη εβδομάδα. Αν μπορεί να θυμηθεί καλά, γιατί μπορείς να θυμηθείς καλά μόνο αν θυμάσαι καλά και όχι επειδή το απαιτούν οι σημαδιακές στιγμές και οι ημέρες-σταθμοί της ζωής μας, αν θυμάται λοιπόν καλά, εκείνη την ώρα πρέπει να σιδέρωνε. Κάτι μεγάλο και άσπρο είχε μπροστά της, κάποιο σεντόνι μάλλον, εκτός κι αν καθάριζε το ψυγείο. Μουσική σίγουρα, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς να ακούει και να προφέρει τραγούδια -μέχρι εκεί έφταναν οι ωδικές της ικανότητες- αλλά σαφώς ούτε αυτό μπορούσε να θυμηθεί με ακρίβεια. Πάντως αυτά έκανε πάνω κάτω, λίγο πολύ άσκοπα πράγματα, μέχρι να την διακόψει ο βραχνός και στριγκός ήχος του τηλεφώνου.

Σε παλιότερες εποχές θα έτρεχε να το σηκώσει, όμως δεν το αγαπούσε πια. Ενώ περίμενε τηλεφωνήματα και μάλιστα με ευχάριστη προσμονή, την ευχαριστούσε πιο πολύ η ίδια η προσμονή, ή έστω η στιγμή της αποκάλυψης της φωνής που περίμενε να ακούσει και κάπως λιγότερο το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος, αλλά καθόλου η ίδια η διαδικασία. Άπαξ και έσβηνε η περιέργειά της, άπαξ και καλύπτονταν οι επιθυμίες της, η ικανοποίηση έδινε τη θέση της στο βάσανο. Το ακουστικό βάραινε στα χέρια της, πολλές φορές αρνιόταν και να το ακουμπήσει συνεχόμενα στο πλαϊνό του  προσώπου της, νευρικές κινήσεις ανάγκαζαν τα χέρια να το κουνάνε σαν σέικερ λίγο πιο μακριά από το αφτί, περίπου όπως κουνάμε το θερμόμετρο, το παλιό, το επικίνδυνο, του ψευδάργυρου, για να πέσει ο πυρετός, λες και η σπασμωδική κίνηση θα έκανε τα λόγια να κυλήσουν πιο γρήγορα και όσο για τα πόδια της, είχαν ήδη στρίψει μόνα τους, χωρίς σώμα και κεφαλή, στην επόμενη γωνία. Κάποιες φορές, τέτοια ήταν η ανυπομονησία της να απελευθερωθεί από το υποτιθέμενο μαρτύριο, που έκλεινε στα γρήγορα, νομίζοντας πως έχει υπονοηθεί ότι οι ευχές της για μια καλή νύχτα ήταν δεδομένες και δε χρειαζόταν να ειπωθούν. Καμιά φορά, αν κάποιος είχε την οικειότητα να την παρατηρήσει γι’ αυτήν της τη γαϊδουριά κι εκείνη μια αντίστοιχη οικειότητα να πάρει τα λόγια του στα σοβαρά, εκνευριζόταν που ο άλλος αιτούταν να κατατίθεται ρητά και κατηγορηματικά κάτι τόσο αυτονόητο. Λες και η καλοσύνη, η ευγένεια, η καλοψυχία είναι πανταχού παρούσες στο ανθρώπινο βασίλειο και είναι περιττό να τις υπενθυμίζουμε κάθε τόσο.

Μετά από ένα ράθυμο βηματισμό λίγων μέτρων, ίσως ακριβώς γιατί τα μέτρα ήταν λίγα, ίσως πάλι επειδή πολλές φορές πέφτουμε σε νάρκη όταν διαισθανόμαστε τον κίνδυνο, βρέθηκε με το ακουστικό στο αφτί. Αν και ήταν κάτι που φοβόταν ότι θα έρθει όλο αυτό το διάστημα, δεν περίμενε σήμερα τη στιγμή του. Νόμιζε πως είχε κάποιον καιρό μπροστά της και κάθε φορά που το σκεφτόταν το αντιμετώπιζε όπως αντιμετωπίζουν συνήθως οι άνθρωποι τη στιγμή του θανάτου τους, σαν κάτι μακρινό και ξένο, σαν κάτι που θα έρθει μετά από πολλά έτη φωτός και συνεχώς μετατοπίζεται. Η στιγμή όμως είναι ο πιο στυγνός και επικίνδυνος δικτάτορας, κάποιος υπεράνω υποψίας που δεν έχει δώσει κανένα σημάδι για το χτύπημα που ετοιμάζει και έτσι βρίσκει τους φιλήσυχους πολίτες με τα σώβρακα.

Η πρώτη της αντίδραση δεν ήταν η έκπληξη αλλά η ενόχληση. Όχι από όσα άκουγε, αυτό ήρθε μετά, ενόχληση πούρα για το ίδιο το συμβάν που την ανάγκασε να σηκωθεί από τη θέση της. Ποιος είσαι εσύ που με ξεβολεύεις από τα βολεμένα μου; Ποιος είσαι εσύ που αποφασίζεις να με αποπροσανατολίσεις από τη ρουτίνα μου; Η λογική λέει πως είσαι κάποιος που έχει δικαίωμα να το κάνει, χωρίς να είναι πάντα απαραίτητο, αλλά τα προσωπικά όρια της ενόχλησης είναι για πολλούς πιο προωθημένα από ότι συνηθίζουμε να υποθέτουμε. Γι’ αυτό και πολύ γρήγορα, σχεδόν αμέσως, ήταν εύκολο να περάσει σε ένα χειμαρρώδες ξέσπασμα οργής.

Οι ασχημονίες ανάβλυζαν από μέσα της σαν από σπασμένο κρουνό της πυροσβεστικής και επειδή δε μπορούσαν να βρουν φυσικό εμπόδιο, τίποτα δεν τις σταμάταγε. Κι αφού δυο πηγές σε ένα τόσο μικρό λοφάκι είναι αδύνατον να συνυπάρχουν, έπρεπε να στερέψει πρώτα η πηγή του στόματος για να αρχίσει να ξεχύνεται το νερό από τα μάτια. Κι έκλαψε πολύ γιατί ήταν τσακισμένη, γιατί το είχε εύκολο και γιατί της άρεσε να ευλογεί τις συγκινητικές στιγμές της ζωής της, καλές και κακές, με έναν αγιασμό από δάκρυα.

Αυτές είναι στιγμές που οι άνθρωποι πρέπει να μένουν μόνοι. Οι θάνατοι, μεγάλοι και μικροί, είναι πολύ προσωπικές σκηνές του προσωπικού μας φιλμ, που ακόμα και όταν επιλέγουμε να τις μοιραστούμε, το βάρος είναι ακόμα ολόκληρο πάνω μας. Με το που κατέβασε το ακουστικό, αφού σιγουρεύτηκε πως είπε όσα είχε να πει για να αποφύγει τις επικοινωνιακές παλινωδίες στις οποίες έπεφτε νεαρότερη, επικεντρώθηκε στον πόνο της, μιας περίεργη άσκηση διαλογισμού, ώστε να μαζέψει λίγο το χάος στο οποίο είχε διασκορπιστεί η ύπαρξή της.

Ήθελε να κάτσει εκεί μόνη, μέσα στην ασφάλεια του σκοταδιού και εν πλήρει εξαρτήσει- με τα παραπανίσια κιλά της, τα χάλια της, τα χρόνια που κάλπαζαν πάνω στο κούτελό της- και να μην κάνει τίποτα. Ή μάλλον να κάνει ό,τι θέλει. Να αφήνει τα δάκρυά της να τρέξουν ποτάμι, να αυτομαστιγώνεται, να αυτοσαρκάζεται, να νιώθει σκουπίδι, κορόιδο, να βλέπει μπροστά μόνο βάλτο και απόγνωση, να βυθιστεί στην ελευθερία του πόνου και της αυτολύπησης, χωρίς να έχει να δώσει εξηγήσεις σε κανέναν. Σίγουρα κάποια στιγμή θα ένιωθε την ανάγκη μιας αγκαλιάς και λίγης παρηγοριάς, αλλά στα σοβαρά και στα δύσκολα δεν την είχε ποτέ, οπότε αυτό που της έμενε ήταν να απολαύσει τα πλεονεκτήματα που σου χαρίζει η αδιαφορία των ανθρώπων.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε τέτοιο λούκι, η διαφορά όμως του χτες με το σήμερα ήταν ότι αφενός ήταν βετεράνα, αφετέρου μπορούσε να εκτιμήσει ένα δυο δώρα που κρύβονται μέσα στον εν ζωή θάνατο. Η ηλικία και η εμπειρία της έδιναν το επιπλέον πλεονέκτημα να μη νιώθει ενοχές για τα πρωτοκοσμικά δράματα που ζούσε και πόσο έντονα και αδηφάγα τα βίωνε. Δε χρώσταγε σε κανέναν τον πόνο της πια.

Έχει καμία αξία να αποκαλύψουμε τι ήταν αυτό που την οδήγησε σε μια τέτοια κατάσταση; Θα κερδίσουμε τίποτα αν δώσουμε λίγο θρεπτικότερη τροφή στην περιέργειά μας; Αυτό που φτάνει και περισσεύει για εμάς είναι να θυμηθούμε ότι το ήξερε πως θα ερχόταν. Ήταν μια κατάσταση που την ταλάνιζε καιρό, κάτι που πρωτοσυνέβη πριν από κάποιο σεβαστό διάστημα και περίμενε πως αργά ή γρήγορα θα ξανασυμβεί. Είχε ακριβώς την ίδια αίσθηση που έχει μια γυναίκα που τρώει κατάμουτρα μιαν εξωσυζυγική απιστία: της ενδεχόμενης επανάληψης σε κάθε ευκαιρία. Η εμπιστοσύνη της είχε κλονιστεί και κάθε μέρα, ότι κι αν υπέπιπτε στην αντίληψη της, όσο σχετικό ή άσχετο κι αν ήταν με το συμβάν αυτό καθεαυτό, χτυπούσε ακριβώς σε αυτό το μικρό νευράκι, που είχε αυτονομηθεί από το υπόλοιπο σώμα της και παλλόταν σαν ελατήριο, σε οποιοδήποτε ερέθισμα. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν ήταν περίεργο πώς μέσα στην τόση θλίψη, ένιωθε και μια βαθιά ανακούφιση. Επιτέλους, συνέβη. Επιτέλους, με βρήκε το μαχαίρι του δολοφόνου, η κατάρα του πεθαμένου, η ασθένεια της κακοπέρασης, η εκδίκηση του αδικημένου. Οι άνθρωποι ησυχάζουν μόνο όταν τα προσωπικά τους δράματα κάνουν διανομή ρόλων, όταν εκπληρωθεί και η τελευταία απευχή τους, όταν τους βρει το κάθε κακό που αποφεύγουν. Τα βάσανά της την είχαν απαλλάξει πια από τα βάσανά της!

Το δευτεριάτικο απόγευμα είχε παραχωρήσει από ώρα τη θέση του στο δευτεριάτικο βράδυ. Τα σκληρά φώτα που έβγαιναν από τα σπασμένα τζάμια του εργοστασίου, έμπαιναν από το δικό της παράθυρο και βοηθούσαν να φωτίζεται λιγάκι η σκοτεινή κουζίνα, κι έτσι έπαψαν να διαδραματίζουν τον ίδιο, σκληρό ρόλο. Μια λευκή δεσμίδα, εκτρεπόμενη από κάποιο αιχμηρό εμπόδιο, σχημάτιζε στο πάτωμα κυβιστικά σχέδια μπροστά σε αυτήν, μια φωβική και φοβισμένη σκιά. Η βία του συμβάντος είχε παραχωρήσει τη θέση της στη βία του ανθρώπινου δράματος, στην αιώνια επικράτηση της παρακμής έναντι της ακμής στην προσωπική ειμαρμένη και στην παγκόσμια τάξη. Ό,τι έχουμε σήμερα στα χέρια μας αύριο θα φύγει, μαζί με αυτά. Οι ανθρώπινες σχέσεις, τα ιδιαίτερα ταλέντα, η στιβαρότητα των υλικών σωμάτων, η τελειότητα της νιότης, είναι όλα καταδικασμένα στον μαρασμό και στον αφανισμό.

Είχε μείνει εκειδά για ώρα να σκέφτεται το τέλος με την αριστοτελική του έννοια, σαν σκοπό και τον σκοπό σαν τέλος της  ανθρώπινης ύπαρξης. Το τηλέφωνο δεν είχε χτυπήσει ξανά εδώ και πόση ώρα, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να χτυπήσει πια. Δεν είχε τίποτα να περιμένει. Και έτσι όπως καθόταν εκεί, έρημη μέσα στο έρημο δωμάτιο, κολλημένη σε τέλος και σε τέλμα, κλωσώντας το μικρό της πένθος σαν μικρό πουλί κάτω από τα σκέλια της, νιώθοντας το πράγματι εκεί κάτω να πεταρίζει τα μικρά του φτερά, στο ψηλό παράθυρο της κουζίνας, ακριβώς στο σημείο απ’ όπου περνούσε το σκληρό φως, ήρθε και ορθώθηκε μια γάτα. Και όχι μια απλή γάτα, αλλά μια γάτα – Χίτλερ, από αυτές με τη λερωσιά στη μύτη. Και αμέσως το πουλί πέταξε μέσα από τα σκέλια της.

Ένα άλλο ζώο είχε κάνει την εμφάνισή του, μια παρουσία πιο ζωντανή και πιο δυνατή από αυτό τρύπωσε στο σκηνικό και η φυσική επιλογή το πρόσταζε να παραδοθεί άνευ όρων.

‘’Κοίτα να δεις που ο Χίτλερ νίκησε’’, είπε φωναχτά και ο αντίλαλος του άδειου δωματίου επέστρεψε στ’ αφτιά της μια φράση τόσο ξένη για την ιστορία, τόσο αηδιαστική για την πολιτική της θέση, τόσο ανήκουστη για την κοσμοθεωρία της και εν τέλει τόσο γελοία μέσα στον τρομακτικό παραλογισμό της, που η επόμενη κιόλας στιγμή της έφερε ένα πνιχτό γέλιο στο στόμα.

Κι αν δαγκώθηκε, κι αν προσπάθησε να συγκρατηθεί στην αρχή, ως ένδειξη σεβασμού στην προσωπική της δραματική αφήγηση, στον ατομικό της θρήνο, που, πνιγμένος τώρα μέσα στα γέλια, κινδύνευε να ακυρωθεί εντελώς, να ευτελιστεί και να εκπέσει… Του κάκου. Όσο προσπαθούσε να συγκρατηθεί, τόσο τα γέλια χύνονταν ξέφρενα και γάργαρα από τη στοματική της κοιλότητα. Όσο προσπαθούσε να φέρει το κλωσσόπουλο πίσω στη φωλιά του, τόσο η γάτα ορμούσε και το έδιωχνε μακριά. Κι ενώ ήταν η ζωή που την έκανε τόσο λυπημένη, και ενώ εξακολουθούσε και ένιωθε εκείνη τη μεγάλη τρύπα στην καρδιά, ή και στο στομάχι, πώς μπορεί κανείς να πει με σιγουριά, ήταν η ίδια η ζωή που την ικανοποιούσε και την έκανε να ξεχνάει και την πτώση και την παρακμή και τον μαρασμό που η ίδια γεννά.

Η ζωντανή, η αδιάψευστη  απόδειξη αυτού του θαύματος, η γάτα, παρέμενε εκεί, απέναντί της, με τα άσπρα, σκληρά φώτα του εργοστασίου να τη λούζουν σαν ολόφωτο άγγελο. Αφήνοντας ανέγγιχτη τη λερωσιά στη μύτη.

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Mind Opener

Στην Κορυφή