Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

Φτιάχνεις καφέδες, καθαρίζεις τουαλέτες, μαζεύεις εμετούς | Η εργατική τάξη εκπαιδεύεται

στo Χαρτοφύλακας

Θέλω να λαμβάνω τα νέα άρθρα του IforINTERVIEW με e-mail.

Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΕΤΑΙ «ΦΤΙAΧΝΕΙΣ ΚΑΦEΔΕΣ, ΚΑΘΑΡIΖΕΙΣ ΤΟΥΑΛEΤΕΣ, ΣΚΟΥΠIΖΕΙΣ, ΞΕΣΚΟΝIΖΕΙΣ, ΜΑΖΕYΕΙΣ ΕΜΕΤΟYΣ»

ΕΠΙΣΦΑΛΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΙΤΙΣΜΟΥ

Μπορεί να σας εκπλήσσουμε, αλλά σε αυτή τη συνέντευξη δεν εξερευνούμε τίποτα το καινοτόμο από τη μεριά του κράτους. Μια αφήγηση της καθημερινότητας της δουλειάς μπορεί να ακούγεται ως κάτι συνηθισμένο. Κι όμως· δεν είναι καθόλου. Ένα καθόλου αμελητέο κομμάτι της εργατικής τάξης στελεχώνει τις υποτιμημένες εργασίες στον τομέα των υπηρεσιών που τα τελευταία 30 χρόνια δεν έχει σταματήσει να γιγαντώνεται.

Σε αυτές τις «ιστορίες που θυμάται η Ελόνα από τις διάφορες δουλειές της» μπορεί να δει κανείς μια εμπειρική και βιωματική -και γι’ αυτό άκρως ταξική- ανάλυση. Πρώτον, για την οργάνωση της εργασίας σε έναν διαδεδομένο κλάδο χαμηλής οργανικής σύνθεσης – στον κλάδο του επισιτισμού. Eκεί που η «υπερτεχνολογία» περιορίζεται στην καφετιέρα που φτιάχνει τρεις εσπρέσο ταυτόχρονα αλλά οι κινήσεις για το φραπέ είναι μετρημένες και συγκεκριμένες. Δεύτερον, για το υποκείμενο που στελεχώνει τον κλάδο. Από νεαρούς και νεαρές που κουβαλάνε το προπατορικό αμάρτημα της μετανάστευσης -τους λεγόμενους, «δεύτερης γενιάς»- έως φοιτητές/τριες χωρίς καβάτζες και «ανειδίκευτους/ες» με γνώση του αντικειμένου πολύ πιο χειροπιαστή από οποιονδήποτε μανατζαρέο ή αφεντικό. Τρίτον, για τις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στους χώρους εργασίας και γύρω από αυτούς. Με τα αφεντικά που σε τσεκάρουν, τους πελάτες που απαιτούν και τις δυσκολίες με τους συναδέλφους. Για τον ιεραρχικό καταμερισμό της εργασίας, τον ρατσισμό και τον σεξισμό ως δομικά εργαλεία διάσπασης της εργατικής τάξης. Τέταρτον, για τις διαφορές μεταξύ μιας μεγάλης εταιρείας και του μικρομάγαζου, αλλά κυρίως για την βασική κοινή συνισταμένη που ενώνει αυτά τα δύο φαινομενικά τόσο ξένα εργασιακά περιβάλλοντα: την απόσπαση υπεραξίας που βασίζεται στην εντατικοποίηση της εργασίας και την υπερεκμετάλλευση. Και κάτι τελευταίο: στο φρέσκο τεύχος του περιοδικού «miγαδα», στην στήλη «Ψηφίδες Μνήμης από το Αρχείο 71» ένα κείμενο του 1987, εστιάζοντας στις «κακόφημες pub» -αυτά τα καινούρια μέρη που τα σύνορα μεταξύ του «σερβίρω ποτό» και κάνω κονσομασιόν γίνονταν τελείως ασαφή- επισήμαινε τον κοινωνικό μετασχηματισμό που αποκρυσταλλωνόταν στην αυξανόμενη επικάλυψη της πορνικής αγοράς με την πιο «mainstream» (αντρική) διασκέδαση. Πικρή διαπίστωση: στη συνέντευξη μπορεί κανείς να διακρίνει την εμπειρική διατύπωση της καθολικοποίησης αυτού του μετασχηματισμού. Οι απαιτήσεις που τότε αφορούσαν το περιορισμένο κομμάτι των «pub», τώρα, έστω και πιο μετριασμένες, πιο καλυμένες, αφορούν ολόκληρο τον κλάδο -και όχι μόνο. Από τις αγγελίες που ζητάνε «εμφανίσιμες και ευχάριστες κοπέλες» έως τους πελάτες -και τα αφεντικά- που θεωρούν κεκτημένο δικαίωμα το έμμεσο -ή άμεσο- πέσιμο, ακόμα και στα πιο mainstream μαγαζιά.

 

ClassWarDogz: Έτσι για ξεκίνημα θέλεις να μας πεις (αν θυμάσαι) πόσες δουλειές έχεις αλλάξει;

Ελόνα: Έχω δουλέψει σε έξι μαγαζιά σέρβις και καφέ – από μικρά μαγαζάκια έως τα Mikel – σε δύο ταβέρνες, σε μια κρεπερί και γενικά σε μπαράκια. Πρώτη φορά που δούλεψα ήμουνα 16 στα 17, καλοκαίρι, σεζόν στον Πλαταμώνα, στην Λάρισα. Τυπικά δούλευα λάτζα και σέρβις, αλλά ουσιαστικά έκανα τα πάντα στην πρώτη δουλειά. Έπαιρνα 3 ευρώ την ώρα, ανασφάλιστη φυσικά. Τότε έτσι κι αλλιώς ήμουνα πολύ μικρή για να με ασφαλίσουν. Καλά, μετά πήρα το κολάι και άρχισα να δουλεύω γενικά στον «κλάδο του επισιτισμού». Γιατί ήτανε το πιο εύκολο· ειδικά για κορίτσια είναι πολύ εύκολο να βρεις δουλειά ως σερβιτόρα. Εγώ νομίζω ότι το σερβιτοριλίκι για τις κοπέλες είναι μια καβάτζα, μπορείς να την παλέψεις για λίγο καιρό. Και παίζει συνέχεια δουλειά. Έχει ζήτηση. Άμα ανοίξεις αγγελίες, ζητάνε όλη την ώρα· Όλο «ζητείται σερβιτόρα» βλέπεις. Βέβαια, έχουν μπει πλέον και προϋποθέσεις: «εντυπωσιακή σερβιτόρα», «εμφανίσιμη σερβιτόρα»… Μου έχει τύχει σε συνέντευξη να μου πουν «αχ, δεν είσαι αρκετά εντυπωσιακή, δεν μας κάνεις». Πρέπει να ντύνεσαι συγκεκριμένα, να βάφεσαι, να μην είναι τα νύχια σου φαγωμένα… διάφορες μαλακίες.

CWD: Όλες οι δουλειές ήταν στον ίδιο κλάδο, ε;

Ε: Ναι.

CWD: Γενικά δεν έψαχνες κάτι παραπέρα, κάτι άλλο;

Ε: Έψαχνα, πώς δεν έψαχνα; Ταυτόχρονα έψαχνα baby-sitting, αλλά επειδή είμαι από την Αλβανία έπαιζε θέμα. Οι περισσότεροι ζητούσανε μετανάστριες μόνο για εσωτερικές και για εξωτερικές ζητούσαν κυρίως Ελληνίδες με προϋποθέσεις: πτυχία βρεφονηπιακών, κοινωνικών λειτουργών, ξένες γλώσσες. Οπότε ήτανε λίγο πιο δύσκολο, αλλά και στο σέρβις τις περισσότερες φορές δεν έλεγα ότι είμαι αλβανίδα. Μόνο όταν ήταν πολύ κομβικά τα πράγματα το έλεγα. Όταν π.χ έπρεπε να ασφαλιστώ για να έχω ένσημα, οπότε θα τους έδινα τα στοιχεία μου και θα βλέπανε έτσι κι αλλιώς ότι δεν είμαι από ‘δω.

CWD: Οπότε, γενικά έψαχνες τέτοιες δουλειές γιατί ήταν πιο εύκολο να τις βρεις. Εννοώ ότι τα υπόλοιπα ήταν λίγο off. Και οι προϋποθέσεις που είπες πριν; Πέρα από την «συγκεκριμένη» εμφάνιση δηλαδή, τι άλλο ζητάνε;

Ε: Στο σέρβις; Θέλουν να πλασάρεις πολύ το προφίλ της κοινωνικής, της χαμογελαστής, της κοπέλας η οποία άμα κάνει το λάθος πρέπει να ζητήσει δέκα φορές συγγνώμη απ’ τον πελάτη και από το αφεντικό για να είναι αρεστή. Πρέπει να μην μιλάς πολύ ρε παιδί μου όταν σου κάνουν παρατήρηση. Κάπως να κάνεις τα πράγματα, τις κινήσεις, όλη την διαδικασία της δουλειάς με τον τρόπο που θα σου ζητήσει ο άλλος· δεν έχεις καθόλου τον προσωπικό σου χώρο να κάνεις την δουλειά όπως μπορείς εσύ να την βγάλεις πιο εύκολα. Εμένα δηλαδή μόνο μια φορά μου ‘χει τύχει να έχω το ελεύθερο να κινούμαι όπως θέλω εγώ στο μαγαζί. Δηλαδή να βρω την σειρά μου εγώ η ίδια. Τις περισσότερες φορές απλά σου λένε τι και πώς…

CWD: Εννοείς το σε ποια τραπέζια και με ποια σειρά θα πάς; Τέτοια πράγματα ή γενικότερα;

Printable up to 12″x18″

Ε: Ναι, ακόμη και για τα ποτήρια. «Εδώ έχουμε δύο ειδών ποτήρια, αυτά που είναι για το ρακόμελο και αυτά που είναι για την ρακή, μην τυχόν τα βάλεις δίπλα δίπλα και μπερδευτούνε»· ενώ ήταν εντελώς τα ίδια ποτήρια. Απλά είχανε λίγο διαφορετικό πάτο. Η μόνη διαφορά ήταν αυτή ουσιαστικά. Τέτοια πράγματα. Γενικά η δουλειά δεν είναι ότι απλά πας εκεί πέρα, σερβίρεις και σηκώνεσαι και φεύγεις με το που τελειώσεις το οχτάωρό σου. Ξεκινάς με την προετοιμασία του μαγαζιού. Άμα είσαι στο άνοιγμα κουβαλάς καρέκλες, τραπέζια, στήνεις το μαγαζί, καθαρίζεις, πλένεις τα πάντα, να μην έχει πουθενά σκόνες, να είναι το μαγαζί σε κατάσταση που θα το δει κάποιος και θα πει «α, πολύ ωραίο μαγαζί». Μετά, στην διαδικασία της δουλειάς πρέπει να ακούς, αναλόγως με ποιον δουλεύεις, την μαλακία του καθενός, είτε είναι πελάτης, είτε είναι ο συνάδερφος, άσε που τις περισσότερες φορές εμένα μου τυχαίνει να δουλεύω με τα αφεντικά. Αυτό ήταν το πιο κακό απ’ όλα σε αυτές τις δουλειές· τύχαινε να δουλεύω συνέχεια με αφεντικό ρε παιδί μου ή με προϊστάμενο/νη. Οπότε δεν υπήρχε καθόλου ο χώρος ούτε να λουφάρεις, ούτε να κάτσεις δύο λεπτά να κάνεις τσιγάρο. Σε έχει ο άλλος μονίμως στην πίεση και στο «σε κοζάρω τι κάνεις τώρα». Δεν πρέπει να κάθεσαι και ας μην έχει δουλειά. Πρέπει να κάνεις κάτι. Κάτι. Οτιδήποτε· και ας μην έχεις τίποτα να κάνεις, πρέπει να το κάνεις. Και άλλες μαλακίες. Π.χ, άμα δεν καθαρίσεις καλά την τουαλέτα, δεν θα πάρεις μεροκάματο. Δηλαδή δε πα να χεις δουλέψει εννιά ώρες. Μεροκάματο δεν θα πάρεις, άμα η τουαλέτα δεν είναι καθαρή. Μετά οι κλασικές απειλές/συμβουλες: «ξέρεις, μπορεί να σε βρίζει ο μάγειρας εν ώρα εργασίας γιατί θα ‘χει πάρα πολλά νεύρα και είναι πολύ περίεργος τύπος, έχει περίεργη ιδιοσυγκρασία». Στη δουλειά όμως υποτίθεται ότι κρατάς τους τύπους. Αλλιώς και εγώ περίεργη είμαι ρε φίλε, μπορεί να αρχίσω και γω να τον βρίζω. Πεσίματα από αφεντικά επίσης. Να μου λέει ο άλλος «αυτός ο φωτισμός στο μαγαζί σού πηγαίνει πάρα πολύ – τι εννοείς μου πηγαίνει ο φωτισμός στο μαγαζί – ε, να, ενώ μπορεί να είσαι αλβανίδα έχεις κάτι περίεργα βαλκανικά και ταυτόχρονα γαλλικά χαρακτηριστικά». Κοινώς «θέλω να σε πηδήξω». Επίσης μου ‘χει τύχει να με στριμώχνουνε εν ώρα εργασίας. Τύπος να με στριμώχνει στον τοίχο με το χέρι του και να πηγαίνει να με φιλήσει να του φωνάζω «τι κάνεις ρε φίλε;».

CWD: Αυτός ήταν πελάτης;

Ε: Αυτός ήταν πελάτης, φίλος του μαγαζιού, ο οποίος σε κάποια φάση την είχε δει ντι τζέι.

CWD: Ε τι θα ήτανε, για να έχει τέτοιες ελευθερίες εκεί μέσα; Θυμάσαι και άλλες ατάκες, πράγματα που σου έχουν μείνει, που τα άκουγες συχνά;

Ε: Ναι. Από τέτοια άλλο τίποτα. Καταρχάς οι κλασικές ατάκες σε αυτές τις δουλειές. Ότι εδώ πέρα είναι οικογενειακό το περιβάλλον και το κλίμα. Ότι εδώ πέρα είμαστε όλοι μια παρέα. Αυτό, έχω παρατηρήσει ότι συμβαίνει με τα μαγαζιά των Εξαρχείων πολύ. Ότι εδώ πέρα είμαστε μια οικογένεια και ότι είμαστε ίσοι κι όλα αυτά. Στο τέλος κάνεις ταμείο και βγάζεις τον λογαριασμό της ημέρας και είναι 580 ευρώ και εσύ θα πάρεις τα 25 και λες ποια ισότητα ρε φίλε; Το άλλο το κλασικό είναι το «μην είσαι έτσι, χαμογέλα και λίγο. Πώς είσαι έτσι, δεν δείχνεις ζήλο για την δουλειά» ή «γιατί δεν είσαι ευχάριστη με τους πελάτες;». Και εγώ μπορεί να έχω ένα σωρό προβλήματα στο κεφάλι μου και πρεπει ανά πάσα στιγμή να είμαι χαμογελαστή, φιλική. Πολλές φορές σκεφτόμουν ότι έτσι και έρθει κάποιος φίλος μου εδώ μέσα, θα πιστέψει ότι έχω διαταραχή προσωπικότητας. Έπρεπε να είμαι υπερευγενική συνέχεια και από την άλλη να μην αντέχω να τους βλέπω μπροστά μου. Να τους σιχαίνομαι. Μετά, ήτανε και αυτά τα ηλίθια ηθικά που άκους κατά καιρο τα: «δεν θα αποκατασταθείς; Είσαι 22 χρονών. Τι κάνει μια κοπέλα 22 χρονών; Δουλεύει μόνο σερβιτόρα»; Βασικά υπάρχουν διάφορες φήμες γύρω απ’ το επάγγελμα της σερβιτόρας – της γυναίκας σερβιτόρας. Μου ‘χει τύχει να μου πούνε ατάκες όπως «τι δουλειά είναι αυτή που σχολάς 5 η ώρα το βράδυ; Τέτοιες δουλειές τις κάνουν άλλες τύπισσες». Εμένα, ξαναλέω, για κακή μου τύχη, τυχαίνει και δουλεύω μαζί με τα αφεντικά…

CWD: Δεν νομίζω ότι είναι η κακή σου τύχη. Γενικά σε τέτοιες μικρές δουλειές τα αφεντικά τα τρως στη μάπα· είναι εκεί, μπάστακες.

Ε: Καλά, ναι. Βασικά τα αφεντικά που σου λένε ότι πρέπει να είστε οικογένεια είναι οι καλύτεροι – ειρωνικά το λέω, μη μπερδευτούμε. Αυτοί, έτσι όπως τους έχω κόψει τους περισσότερους, αυτούς με τις μικρές επιχειρήσεις, είναι κάτι τύποι που είχαν απλά μεγάλες παρέες και αφού σκεφτόντουσαν «τι θα κάνουμε στη ζωή μας» το αποφασίσαν κάποια στιγμή και είπαν «ε, ας ανοίξουμε μια επιχείρηση να κάνουμε τους φίλους μας πελάτες» …

CWD: Νομίζω δεν είναι «να ανοίξω μια επιχείρηση» γενικά και αόριστα. Η βασική σκέψη αυτών που περιγράφεις είναι «να ανοίξω ένα μπαράκι, να ανοίξω μια καφετέρια». Αυτή η ιδέα χαρακτηρίζει το μέσο ελληναρά. Αν πιάσεις 100 έλληνες, βασικά άρρενες, και τους ρωτήσεις τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους, οι 90 θα σου πουν «θέλω να ανοίξω καφετέρια/bar». Στανταράκι.

Ε: Είναι αυτό το πράγμα, ρε παιδί μου. Ότι θα το παίξω και εναλλακτικός και «ξέρεις τι ήμουνα εγώ στα νιάτα μου;». Θυμάμαι έναν που ήταν στο στυλάκι «εδώ, στον ενικό θα μου μιλάς»… και ποιον ενικό ρε φίλε, ο πατέρας μου είναι μικρότερος από σένα. Τέτοιο περιβάλλον. Επίσης παίζει και «εδώ είμαστε όλοι ίσοι και γουστάρουμε και η δουλειά δεν είναι καταναγκασμός, είναι τέχνη»… και λες «εγώ δε γουστάρω να κάθομαι οκτώ ώρες όρθια, έχει δεν έχει δουλειά». Και είναι και αυτοί που θα σε διώξουν πιο ύπουλα και θα σου πουν «ε, να μπορούμε να λέμε και καμιά καλημέρα. Δεν σε θέλω πια, δεν σου κολλάω και τα ένσημα, αλλά είσαι φιλότιμη και γουστάρω και πέρνα καμιά φορά να λέμε καμιά καλημέρα». Επίσης σε αυτές τις δουλειές παίζει και το άλλο «περίεργο». Εγώ συνήθως βρίσκω δουλείες από αγγελίες, δεν πάω από γνωστό, παίρνω με τη σειρά τις αγγελίες και πηγαίνω σε διάφορα. Και καθόμουν και αναρωτιώμουν «καλά, αφού αυτή είναι οικογενειακή επιχείρηση, σκάνε αδέρφια, ξαδέρφια, σόγια, κακό, γιατί δεν παίρνουν κάποιο δικό τους; Αλλά προφανώς ο δικός τους δε θα πάρει 22 ευρώ το οκτάωρο, θα ζητήσει 30-40 ευρώ. Οπότε λένε, να εδώ θα έχουμε ένα μαλάκα με χάλια λεφτά, χωρίς ένσημα και θα ‘μαστε μια χαρά.

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΜΟΥ ΤΗ ΒΙΔΩΣΕ ΤΟΣΟ ΚΑΙ ΕΦΤΥΣΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΑΦΕ

CWD: Να σου πω, θες να πεις λίγα παραπάνω για την εμπειρία σου στα Mikel; Πώς ήταν οργανωμένο αυτό το πράγμα;

Ε: Tραυματική εμπειρία απ’ όλες τις απόψεις. Είτε από συναδέρφους, είτε από τους προϊσταμένους, είτε από τα αφεντικά. Τα Mikel είναι μεγάλη εταιρεία. Τα κεντρικά γραφεία της είναι στην Νέα Φιλαδέλφεια. Θυμάμαι κιόλας ότι στο ισόγειο είναι η γραμματέας, στον πρώτο όροφο τα μηχανήματα, οι ψεύτικοι πελάτες, οι ψεύτικοι καφέδες, τα ψεύτικα τα πάντα ρε παιδί μου. Στον πάνω όροφο αράζανε οι υπεύθυνες, κάναν το τσιγάρο τους. Στον πιο πάνω ήτανε η γαμάτη η τύπισσα, η καριερίστρια. Μονίμως είχε δύο Τζιπ Πόρσε παρκαρισμένα από κάτω, τα οποία ήτανε των αφεντικών. Τέλος πάντων. Κάνεις, λοιπόν, αίτηση για να σε πάρουνε. Περιμένεις και συνήθως μέσα στον μήνα -αν είσαι το υποκείμενο που ζητάει απεγνωσμένα δουλειά- σε παίρνουνε.

CWD: Σε έχουνε δει; Έχει παίξει συνέντευξη;

Ε: Αίτηση με φωτογραφία σε πρώτη φάση. Αυτή είναι η πρώτη εικόνα που έχουν για σένα. Μετά, σε φωνάζουν για συνέντευξη.

CWD: Η αίτηση τι έγραφε;

Ε: Ένα βιογραφικό ρε παιδί μου. Τυπικό. Που λέει αν έχεις μεταφορικό μέσο, πού μένεις, τι χαρακτήρας είσαι, τι δουλειές έχεις κάνει, αν έχεις σπουδάσει. Όπως είναι όλα τα βιογραφικά, κάπως σαν ανάκριση, ξέρεις. Και σε φωνάζουν στην συνέντευξη που είναιι μια φάση λες και πας σε αυτά τα χαζά τα talent show. Είναι τρομακτικό. Πρέπει να επιδείξεις όλη την ομορφάδα σου(?!), την εξυπνάδα σου(?!), την βλακεία σου(?!) δεν ξέρω. Πρέπει να συμπεριφέρεσαι με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Να στήνεσαι, να μιλάς. Η συνέντευξη έχει ως εξής. Έχεις νούμερο να περάσεις γιατί περιμένουν κι άλλοι στην σειρά. Πάνω είναι ο καλός και ο κακός μπάτσος. Σε φωνάζουνε με το επίθετό σου για να μπεις μέσα. Και αρχίζει ο καλός και σου λέει «Και πού έχεις δουλέψει; Και σε ποιο πόστο θα σε ενδιέφερε να δουλέψεις»; Τέτοια. Μετά είναι ο κακός ο μπάτσος που σε δοκιμάζει. Θυμάμαι εγώ του ‘χα πει ότι με ενδιαφέρει πιο πολύ το σέρβις απ’ ό,τι η παρασκευή καφέ και μου λέει «δηλαδή εάν εκπαιδευτείς ένα μήνα στην παρασκευή καφέ, θες να πεις ότι δε θα θέλεις να το κάνεις; – μα με ρωτήσατε απλά ποιο πόστο με ενδιαφέρει πιο πολύ». Και μετά σου λένε «θα σε ενημερώσουμε». Εμένα με πήρανε έγκαιρα τηλέφωνο γιατί τότε έμενα κέντρο και μόλις άνοιγε το πρώτο κατάστημα του κέντρου, οπότε ψάχνανε κόσμο από εκεί. Αν σε πάρουν, περνάς μία εκπαίδευση ένα μήνα στην οποία φτιάχνεις άπειρους καφέδες, τους οποίους δεν πίνει κανένας. Άπειρους όμως, δεν καταλαβαίνεις. Οι εκπαιδεύσεις είναι εξάωρες. Πηγαίνεις έξι ώρες, έξι μέρες, για έναν μήνα.

CWD: Περίμενε. Πηγαίνεις έξι ώρες, έξι μέρες, για έναν μήνα. Τσάμπα;

Ε: Υποτίθεται σου λένε ότι στο τέλος θα πάρεις τριάμισι κατοστάρικα ή 380 ευρώ, αναλόγως σε ποιο μαγαζί θα σε στείλουνε γιατί κάποια είναι franchise και κάποια άλλα είναι στην αλυσίδα. Οπότε το ποσό το καθορίζει αυτός ο οποίος έχει το κατάστημα στο οποίο θα πας να δουλέψεις. Οπότε, ναι, ουσιαστικά κάνεις σχεδόν τσάμπα εργασία.

CWD: Και φτιάχνεις καφέδες; Αυτή είναι η εκπαίδευση;

Ε: Φτιάχνεις άπειρους καφέδες άσκοπα, χωρίς να τους πιει κανένας. Απλά τους φτιάχνεις για να τους δούνε οι υπεύθυνες εκεί πέρα, αν τους φτιάχνεις καλά. Και το πιο αστείο είναι ότι σε κάποιους καφέδες πρέπει να βγάζεις τις φούσκες, να τους ξαφρίζεις. Γιατί δε μπορεί ο πελάτης τις φούσκες, είναι αντιαισθητικές οι φούσκες στους καφέδες. «Μα τι; Θα πάρω μια οδοντογλυφίδα και θα αρχίσω να τις τρυπάω»; Και μέσα σ’ όλα είναι και αυτό το περιβάλλον… είναι σαν σόου. Το κτήριο, έτσι πολύ μοντέρνο και ψαγμένο και καλά ότι εδώ η εταιρεία είναι ουάου… Και στην διαδικασία παίρνανε γύρω στα 20 άτομα στο πρωινό το τμήμα και άλλα 20 άτομα στο βραδινό το τμήμα. Είχε πολλές καφετιέρες στην σειρά και φτιάχναμε καφέδες. Μετά τους κοιτάγαν οι υπεύθυνες. Τους άπειρους άχρηστους καφέδες. Τσεκάραν αν είναι καλός ή κακός και άμα η εκπαίδευση σου πάει καλά ή όχι. Άμα δεν ήταν καλός, στον έχυναν και σου λέγανε «ξαναφτιάξτον μέχρι να βγει καλός». Μπορεί να κάθεσαι έξι ώρες και να φτιάχνεις νες. 100 χιλιάδες νες καφέ, και να επιμένεις να μην έχει ούτε μια φούσκα πάνω και να είναι ο αφρός ακριβώς εκεί που σου δείχνει στο πλαστικό ποτήρι ότι θα ‘πρεπε να ‘ναι ο αφρός. Μέσα σε όλα πλένεις μετά ό,τι βρωμίζεις στην εκπαίδευση. Δηλαδή κάνεις όλη την δουλειά που θα ‘κανες στο μαγαζί, απλά δεν έχεις πελάτες. Όταν είσαι αρκετά έτοιμος και έχεις μάθει τους καφέδες και τις δοσολογίες και αυτά…

CWD: Η εκπαίδευση δηλαδή είναι να μάθεις να φτιάχνεις καφέ που θα έχει συγκεκριμένες ποσότητες και χωρίς φουσκάλες; Παίζει και χρονομέτρηση;

Ε: Βέβαια. Εκεί στο δίωρο, πριν το διάλειμμα, πρέπει να έχεις φτιάξει π.χ. 20 καφέδες που να είναι όλοι σε καλή κατάσταση. Να μην έχουνε λάθη στις δοσολογίες. Σου πλασάρουν και το παραμύθι ότι εδώ πέρα υπάρχει το μυστικό των Μikel και δεν πρέπει να το πείτε πουθενά γιατί κάτι τέτοιο τιμωρείται από τον νόμο, με την ρήτρα και όλες αυτές τις συμβάσεις και τις μαλακίες που πρέπει να υπογράψεις. Στο τέλος, άμα τα βγάζεις πέρα και τα κάνεις καλά και είσαι «γλυκούλα», οι υπεύθυνες σε «αγαπάνε»· άμα είσαι αυτή η οποία δεν τους μιλάει ή είναι λίγο πιο κλειστή και απλά κάνει την δουλειά της και φεύγει είσαι κλασικά το μίασμα. Κάτι δεν πάει καλά με την πάρτη σου. Εγώ γενικά είχα ζητήματα με τις κοπέλες αυτές. Δεν με γουστάρανε, δεν τις γούσταρα. Μια φορά μου τη βίδωσε τόσο και έφτυσα μέσα στον καφέ μιας υπεύθυνης που με έβαλε κυρολεκτικά να κάνω γύρω στις 15 φορές έναν γαμημένο νες. Εντωμεταξύ έχω φτιάξει χιλιάδες νες στη ζωή μου, δεν παίζει να τρώω τέτοιο καψόνι. Κάθε φορά που τον πήγαινα ήταν «μα καλά πώς είναι έτσι;». Στο τέλος της έριξα μια χλέπα μέσα…

CWD: Της άρεσε;

Ε: Ναι ρε συ, μου είπε ότι τον πέτυχα, ότι τώρα είναι πολύ ωραίος.

CWD: Χαχαχα! Ωραία ανακαλύψαμε και τη μυστική συνταγή του Μikel.

Ε: Ναι, οπότε να ξέρετε στο Μikel έχει ωραίο καφέ γιατί φτύνουν αλβανοί.

CWD: Μετά την εκπαίδευση τι έγινε; Τα κατάφερες; Έφτασες στο μαγαζί; Πώς ήταν οι συνθήκες δουλειάς εκεί πέρα;

Ε: Τα κατάφερα. Για λίγο, ευτυχώς. Εγώ κιόλας δούλευα στο Κολωνάκι και είχα τον κάθε απαιτητικό μαλάκα να μου ζητάει ό,τι να ‘ναι, το βρισίδι πήγαινε σύννεφο…

CWD: Βρισίδι, εννοείς από τους πελάτες;

Ε: Ναι. Μόνο κολοτούμπες δεν μου ζήταγε να κάνω. Και όχι τόση ποσότητα απ’ αυτό, και όχι τόσο από εκείνο και όχι τόσο απ’ το άλλο. Ήμουνα σε φάση «δεν γίνεται θεέ μου, θα του τον πετάξω στο κεφάλι».

CWD: Και εκεί στο Κολωνάκι ποσο δούλεψες;

Ε: Ένα μήνα. Όχι πολύ. Δεν τα πηγαίναμε καλά. Θεωρούσαν ότι όλη την ώρα κάνω πράγματα τα οποία δεν γράφει στο manual, για το πώς πρεπει να ‘ναι ο εργάτης. Είχε όντως ένα manual που έλεγε πώς πρέπει να συμπεριφέρεσαι την ώρα που έχεις νεύρα, την ώρα που είσαι θυμωμένος, την ώρα που μπορεί να νιώθεις άρρωστος, καταβεβλημένος. Προφανώς εγώ δεν το χρησιμοποιούσα το manual καθόλου και όλη την ώρα ερχόντουσαν και μου λέγανε ότι αυτά που κάνω είναι εκτός των κανονισμών. Με αποκορύφωμα τη φάση με τα σκουπίδια. Κάποια στιγμή έπιασα ένα συνάδερφο να του πω «ρε συ, σε παρακαλώ, αν μπορείς τα σκουπίδια σου να τα παίρνεις γιατί είναι παραπάνω δουλειά για μένα. Εγώ δεν σου αφήνω τίποτα στο πόστο και το χεις κάνει επανειλημμένα τρεις φορές, ενώ μπορείς να τα παίρνεις φεύγοντας». Για να μην το πω στην υπεύθυνη, έπιασα τον συνάδερφο με αποτέλεσμα ο συνάδερφος να με καρφώσει στην υπεύθυνη και να με απολύσουνε γιατί υπονομεύω τις διαδικασίες. Γιατί «ό,τι πρόβλημα υπάρχει, το αναφέρουμε στον υπεύθυνο. Και από πού και ως πού παίρνω πρωτοβουλίες και πιάνω τους άλλους και τους λέω τι να κάνουν»;

CWD: Δηλαδή, όλα τα άλλα τα ανεχόμαστε αλλά το μεγάλο παράπτωμα ήταν ότι μίλησες απευθείας στον συνάδελφό σου; Καλά και αυτός επειδή δεν τον έδωσες, πήγε και σ’ έδωσε;

Ε: Ναι.

CWD: Τελικά την πληρώθηκες την εκπαίδευση;

Ε: Ναι την πληρώθηκα, αλλά μου φάγανε χρήματα γιατί είχα λείψει τέσσερις ημέρες. Γιατί εγώ παθαίνω κατά καιρούς βρογχίτιδα και είμαι χάλια. Οπότε δεν είχα πάει τέσσερις ημέρες και μου κόψανε 100 ευρώ. Αντί να πληρωθώ τριάμισι κατοστάρικα, πήρα τα δύο γιατί τέσσερις ημέρες δεν πήγα.

CWD: Κάπου θα ‘χει έναν πολύπλοκο αλγόριθμο που θα βγαίνει αυτό το πράγμα. Δημιουργική λογιστική των αφεντικών!

Ε: Και τα χρήματα που υποτίθεται ότι έπρεπε να τα πάρω στην ώρα μου γιατί είναι τυπικοί, είναι μεγάλη εταιρεία και όλα αυτά, ε, μου κάνανε νερά του τύπου «τώρα ο υπεύθυνος είναι στα εγκαίνια του τάδε μαγαζιού, δεν μπορεί να ‘ρθει να σε πληρώσει -Μα καλά με βάλατε να τραβηχτώ μέχρι την Ν. Φιλαδέλφεια τάδε μέρα, τάδε ώρα, είναι δυνατόν; Άλλη δουλειά δεν έχω να κάνω από το να έρχομαι εδώ πέρα και μου λέτε κιόλας ότι λείπει ο υπεύθυνος»; Kαι να τους λες «θα πάω να σας κάνω καταγγελία τώρα» και ξαφνικά να εμφανίζεται ο υπεύθυνος, από το πουθενά, μέσα στο κτήριο. Δηλαδή δεν λείπει καν ρε παιδί μου, είναι εκεί πέρα.

ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΕΡΕΣ, ΕΧΕΙ ΤΟ ΜΑΛΑΚΑ ΝΑ ΣΕ ΤΣΕΚΑΡΕΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

CWD: Είχε διαφορά σε σχέση με τα πιο μικρά μαγαζιά, πχ, το ρακάδικο που δουλεύεις τώρα;

Ε: Εννοείται. Πολλές φορές υπήρχαν και βαλτοί πελάτες. Και είχαν και πολύ ιδιότροπο μενού. Σε φάση θα παραγγείλω έναν καφέ, αλλά ρε παιδί μου θα είναι ο υπερκαφές. Να δούμε τις ικανότητές σου. Άλλες διαφορές ήτανε ότι στα Μikel ο καθένας είχε το μηχάνημά του, ενώ στην οικογενειακή επιχείρηση, στα μικρά μπαράκια και cafe έπαιζε ένα μηχάνημα, μια καφετιέρα, μια βρύση, μια λάτζα. Όλοι σε ένα. Στα Μikel, από την άλλη, αυτό που ήταν πολύ τρομαχτικό ήταν ο χώρος στον οποίο είχες να δουλέψεις. Ήταν αποπνικτικά μικρός. Δηλαδή όλα υπήρχανε γύρω σου με έναν ασφυκτικό τρόπο, που ένιωθες ότι θα αρχίσουν να εκσφενδονίζονται από παντού, ρε παιδί μου, τα πηρούνια, τα κουτάλια, τα ποτηράκια.

CWD: Στο μαγαζί ή στην εκπαίδευση;

Ε: Και στο μαγαζί και στην εκπαίδευση. Και οι κινήσεις που έκανες ήτανε συγκεκριμένες Για τα πάντα. Τον νες πρέπει να τον κάνεις με τρεις κινήσεις. Λοιπόν έχεις από κάτω το συρτάρι. Δίπλα την καφετιέρα, τα ποτήρια, τα πάντα. Παίρνεις ποτήρι. Ανοίγεις συρτάρι. Βάζεις την δοσολογία. Ανοίγεις μηχανή με το αριστερό χέρι. Κουνάς τρεις φορές τον νες με το δεξί. Είναι έτοιμος. Τον χτυπάς δίπλα στην καφετιέρα. Τον πετάς στο ποτήρι που έχεις ακριβώς από δίπλα και τον σερβίρεις. Δεν έχει «μισό να πιάσω το γάλα που είναι απο εκεί, κάτσε να φέρω τη ζάχαρη». Επίσης οι περισσότερες δουλειές απ’ αυτές, ενώ ζητάνε σερβιτόρα ή να φτιάχνεις καφέδες, πάντα καταλήγεις να καθαρίζεις τουαλέτες, να σκουπίζεις, να καθαρίζεις, να ξεσκονίζεις, να μαζεύεις εμετούς. Στα Μikel είχανε καθαρίστριες, αλλά έπρεπε όσον αφορά τον πάγκο και όσον αφορά το δικό σου το πόστο να είναι τα πάντα κομπλέ. Ό,τι λείπει, ό,τι έχει πεταχτεί, ό,τι έχει μείνει, είναι στην δικιά σου ευθύνη. Και γράφεις και αναφορά «τόσο καφέ έβαλα σήμερα, τόσα γάλατα, τόσους καφέδες έδωσα» και υπογράφεις. Επίσης, στα Μikel απαγορευόταν το βάψιμο. Για να μην πέσει τίποτα από το νυχάκι στον καφέ, να μην στάξει το make up. Εντάξει, αν είσαι στην τσίτα και τρέχεις 8-9 ώρες και ιδρώνεις, προφανώς θα στάξει το make up. Αν πλένεις πιάτα και ποτήρια τις πέντε από τις δέκα ώρες που δουλεύεις, θα φύγει το μανόν και θα πάει και στο φαγητό και στον καφέ.

Ε: Ναι. Καταρχάς είχε αυτή την απόσταση και την αποστείρωση, ρε παιδί μου, που στο ρακάδικο δεν παίζει. Αλλά θα ακούσεις ας πούμε την μαλακία του αφεντικού, θες δεν θες. Εκεί πέρα δεν ήξερες, εγώ δεν είχα δει ποτέ ποιο είναι το αφεντικό μου. Δεν κατάλαβα ποιος είναι, ως φυσικό πρόσωπο. Ενώ τώρα τον έχω όλη την ώρα από πάνω μου να με εποπτεύει σαν τον big brother. Καλά εντάξει, στα Μikel είχανε κάμερες. Στην οικογενειακή επιχείρηση δεν έχει κάμερες, έχει το μαλάκα να σε τσεκάρει συνέχεια.

CWD: Αλλά και στα Μikel σε τσεκάρανε· οι υπεύθυνες.

CWD: Είχε πολύ μεγάλη ένταση εργασίας, έτσι;

Ε: Πάρα πολύ. Δούλευες σα μηχανάκι. Δε σταμάταγες. Είχες το τυπικό διάλειμμά σου στο οποίο έπρεπε να καπνίσεις, να φας, να ξεκουραστείς μέσα σε μισή ώρα. Αλλά τουλάχιστον εκεί το τηρούσαν αυτό το μισάωρο. Προφανώς γιατί αλλιώς δεν θα άντεχες. Ήταν εξαντλητικό. Δεν γινόταν χωρίς διάλειμμα.

CWD: Στα μικρά μαγαζιά πως ήτανε; Ήταν πιο άτυπα οργανωμένα; Είχες π.χ μεγαλύτερη ευκολία να κάνεις λούφα, να λασκάρεις λίγο;

Ε: Εγώ προσπαθούσα και έβρισκα. Πολλές φορές τούς έλεγα «εντάξει τώρα πεινάω και θα πεταχτώ να πάρω κάτι να φάω» και απλά έφευγα, πήγαινα μια βόλτα να ξελαμπικάρω και ξαναγυρνούσα. Ξέρεις, απλά να φύγω για δέκα λεπτά από εκεί μέσα. Μια φορά με είχε πετύχει το αφεντικό στο δρόμο και έπρεπε να τα μπαλώσω. Άστα. Επίσης δεν είναι τόσο τυποποιημένα. Έφτιαχνες τον καφέ, αλλά σε ένα σημείο μπορεί να τελείωνε το γάλα και να πεταγόσουν να πάρεις. Κατά τα άλλα, προφανώς υπήρχανε και εκεί πέρα συγκεκριμένες κινήσεις γιατί οι μηχανές, ας πούμε, του καφέ είναι πολύ συγκεκριμένα φτιαγμένες. Έχουν τα φυσίγγια (δύο οι πιο μεγάλες). Έχουνε τις τρεις θύρες για τον καφέ: εσπρέσσο, καπουτσίνο κι όλα αυτά. Έχουνε το ζεστό νερό για το τσάι. Δεν χρειάζεται π.χ να βράσεις νερό. Όλα αυτά υπάρχουνε γύρω σου για να γίνει πιο γρήγορα η δουλειά, αλλά μπορεί ας πούμε αν είναι άδεια η καφετιέρα να μην σου πει ο άλλος απολύεσαι γιατί δεν την γέμισες. Θα σου πει «βράστο τώρα στο μπρίκι και την γεμίζω εγώ». Υπάρχει μια ελάχιστα μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων σε σχέση με τα Μikel. Δεν είναι τόσο τυποποιημένο. Ακόμα και ο χώρος…

CWD: Απ’ την άλλη, είχες το αφεντικό από πάνω.

Ε: Εννοείται, ναι. Στη γέμιζε την καφετιέρα, αλλά του γύριζε το μάτι. Μπορεί εκείνη την ώρα να σου έλεγε για το μπρίκι και μετά θα σου έλεγε «καλά δεν είδες ότι είχε αδειάσει; Έπρεπε να το γεμίσεις».

«ΓΙΑ ΕΝΣΗΜΑ ΤΙΣ ΛΕΣ;»

CWD: Γενικά πόσο έχεις μείνει στην κάθε δουλειά; Πόσο είναι το περισσότερό σου και πόσο το λιγότερο;

Ε: Το περισσότερό μου είναι 10 μήνες και το λιγότερό μου είναι 2. Αλλά γενικά κυρίως θυμάμαι να βρίσκω δουλειά, εκεί Φλεβάρη, όπως αρχίζει και ανοίγει ο καιρός και όλοι ψάχνουνε. Φλεβάρης-Μάρτης είναι βασικά οι μήνες που ψάχνουνε συνέχεια, ρε παιδί μου, γιατί φεύγει κόσμος για σεζόν. Γενικά δεν ξέρω, εγώ μάλλον είμαι στραβόξυλο και δεν έχω κάτσει και πολύ σε πολλές δουλειές. Aλλα και γενικά αυτές οι δουλειές είναι τελείως ευκαιριακές, δεν είναι ότι θα πεις ότι θα βάλω τα πόδια μέσα και θα δουλέψω και θα τα βγάζω πέρα· είσαι μόνιμα σε μια ανασφάλεια. Ειδικά για τα ένσημα εάν είναι και μικρή επιχείρηση, ενώ αν είναι μεγάλη επιχείρηση ο άλλος δεν μπορεί εύκολα να παρατυπήσει στο κομμάτι το νομικό, στο τι ένσημα θα σου κολλάει, στο μισθό σου, γιατί κάπως φαίνονται όλα αυτά, ενώ στις μικρές επιχειρήσεις σου λένε: «για ένσημα τις λες; -ε, προφανώς θέλω -καλά, αν υπάρξει κάποιο πρόγραμμα στον ΟΑΕΔ θα το δούμε γιατί εγώ δεν ψήνομαι να πληρώνω, αλλά μέχρι τότε ξεκινάμε έτσι και βλέπουμε» και καταλήγω να δουλεύω 6 μηνα και 10μηνα και να μην έχω πάρει κανένα ένσημο, να μην μου έχει γίνει καν πρόσληψη, να μην μπορώ μετά να διεκδικήσω τίποτα. Στη 10μηνη δουλειά είχα ξενερώσει πάρα πολύ που δεν μπορούσα μετά να ζητήσω αποζημίωση και να μπω στο ταμείο ανεργίας· και εμένα μου είναι απαραίτητα γενικά τα ένσημα.

CWD: Σε όλες αυτές τις δουλείες που έχεις αλλάξει σε πόσες σου κολλήσαν ένσημα;

Ε: Στις δύο. Στα Μikel που ήταν τυπικά και σε ένα μικρό μαγαζί στη Λάρισα που δούλευα σεζόν.

CWD: Είπες ότι ξεκίνησες γενικά να δουλεύεις από μικρή οπότε τα πρώτα χρόνια πήγαινες σχολείο και άρα με το θέμα των χαρτιών σου ήσουν ΟΚ. Μετά όμως που ενηλικιώθηκες δεν σου είναι απαραίτητα;

Ε: Ναι. Μου είναι. Μια χρονιά που κινδύνεψα να απελαθώ, λόγω του ότι δεν είχα μαζεμένα ένσημα γιατί δούλευα μαύρα, και είχα δουλεψει με μπαλώματα εκείνο το διάστημα, λίγο από ‘δω και από λίγο από ‘κει, ε, τότε είχα πάρει τα ένσημα της μάνας μου ουσιαστικά. Είχαμε κάνει μια παντέντα και μου είχε περάσει τα ένσημά της να φαίνεται ότι είναι δικά μου. Κάναμε μια εικονική πρόσληψη εργασίας εκεί που δούλευε. απλά για να πάρω τα ένσημα και να ταχτοποιήσουμε το ζήτημα των χαρτιών. Αυτό έγινε το 2013. Αλλά κοίτα, υπάρχει και ο άλλος ο φόβος με τις σερβιτόρες. Να πεις ότι είσαι αλβανίδα. Σε κοιτάνε καχύποπτα, δεν σε θέλουνε, οπότε εγώ πολλές φορές το έκρυβα επειδή είχα πιο άμεση ανάγκη για τα χρήματα. Κάπως έπρεπε να έχω λεφτά να ζήσω, οπότε σε κάποιες δουλειές που θεωρούσα ότι δεν τα έχω τόσο ανάγκη άμεσα, τα άφηνα τα ένσημα, κυρίως γιατί τότε κάλυπτα τα κενά μου με άλλες διαδικασίες για τα χαρτιά. Αλλά και όποτε έφτανε αυτή η κουβέντα περί ενσήμων μου λέγανε ότι «ε, τώρα εντάξει, δεν έχει πολλή δουλειά στο μαγαζί, δε σε χρειαζόμαστε άλλο» και διάφορα τέτοια.

CWD: Εγώ ρωτάω γιατί είπαμε στην αρχή ότι κοίταζες για τέτοιες δουλειές γιατί τις βρίσκεις εύκολα, αλλά ο λόγος που τις βρίσκεις εύκολα είναι γιατί αυτοί που σε προσλαμβάνουν δεν περιμένουν να έχεις απαιτήσεις.

Ε: Κι αυτό σχετικό είναι. Σε κάτι συνεντεύξεις που είχα πάει… Επίσης σε τέτοιες δουλείες δεν μπορείς να σταματήσεις να ψάχνεις. Είσαι μονίμως σε μία αναζήτηση. Είσαι με το ένα πόδι μέσα και με το άλλο έξω γιατί το ότι δουλεύεις μαύρα σού προκαλεί μια ανασφάλεια. Ο άλλος μπορεί να σε διώξει ανά πάσα στιγμή και μένεις και χωρίς λεφτά και χωρίς να μπορείς να διεκδικήσεις τίποτα, σου λέει ο άλλος «δε σε ξέρω» στην τελική.

CWD: Σου έχει τύχει να σε διώξουν και να μη σε πληρώσουν καθόλου;

Ε: Ε, ναι. Καλά πώς δε μου ‘χει τύχει;

CWD: Πόσο καιρό δούλευες;

Ε: Ένα καλοκαίρι ολόκληρο. Εντάξει, το γελοίο είναι ότι ο μαλάκας πέρα του ότι δε με πλήρωσε, μου έκλεβε και τα πουρμπουάρ. Του έλεγα «ρε συ, τα πουρμπουάρ εγώ τα άφησα εδώ πέρα, πού πήγανε; – δεν ξέρω, κάποιος τα πήρε – μα ποιος τα πήρε, ρε συ; Αφού μόνο εμείς οι δύο είμαστε εδώ πέρα». Το αφεντικό μου τώρα, έτσι; Ο οποίος ήταν κλασικός Λάκωνας φασίστας –χρυσαυγίτης. Η δουλειά ήταν στην Φοινικούντα. Καλά, σε αυτή τη δουλειά ήταν όλα ζόφος. Δούλευα κάθε μέρα 12 ώρες συνεχόμενα. Δώδεκα ώρες. Και είχα ένα δίωρο στο οποίο έπρεπε να ξεκουραστώ και να φάω. Αλλά επειδή ήταν οικογενειακή επιχείρηση, το δίωρο φρόντιζαν να μου το καλύπτουνε με το να προσέχω τον μπαμπά του αφεντικού, ο οποίος είχε καρκίνο στο κεφάλι, να κάνω baby-sitting στο παιδί της αδερφής του, να καθαρίζω το πάνω σπίτι. Να λέω «οk όλα αυτά, αλλά πρέπει να φάω κιόλας» και να μου λένε πάρε το χθεσινό το φαγητό που έχει περισσέψει. Άθλιες συνθήκες. Ήμουν ταυτόχρονα σερβιτόρα, λαντζιέρα, καθαρίστρια, babysitter και νοσοκόμα. Και εντέλει δε με πλήρωσε γιατί ήμουν «αλβανέζα» και «από πού και ως πού εγώ υπεραπίζομαι αυτούς τους μαύρους τους αγροίκους που τολμάνε και πουλάνε πράματα στους πελάτες που έχουμε στο μαγαζί»…

CWD: Κάτσε· αυτός ήταν ο επίσημος λόγος για τον οποίο σε έδιωξε δηλαδή;

Ε: Ναι. Το σκηνικό έχει ως εξής: το αφεντικό βάζει το παιδί που με βοηθούσε στο σέρβις τα Σαββατοκύριακα, να χτυπήσει έναν μετανάστη μικροπωλητή, επειδή πουλούσε ο άνθρωπος τα πράγματά του εκεί που είχε ο μαλάκας τραπέζια και καρέκλες στην παραλία, με αποτέλεσμα εγώ να συφιλιάζομαι, να κυνηγάω τον πιτσιρικά και να του λέω ότι δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, ξεκόλλα μπες μέσα τώρα. Κατόπιν να με κυνηγάει ο χρυσαυγίτης και να μου λέει «εσύ τι είσαι και τον υπερασπίζεσαι; Είσαι αλβανέζα, βουλγάρα; Και να με κυνηγάει. Στο τέλος με άρπαξε από το λαιμό και μου είπε ότι αν δεν εξαφανιστώ μέχρι την επόμενη μέρα από ‘κει, τη γάμησα. Και έφυγα άρον άρον. Τη δουλειά εντωμεταξύ τη βρήκα σε μια κατάσταση που δεν είχα μία, έπρεπε να φύγω από Αθήνα, οπότε πήγα κάπου που θα μου πλήρωναν διαμονή, διατροφή και θα μζευα κάποια λεφτά και θα γυρνούσα πίσω. Μες στην απελπισία μου ούτε που κοίταξα πού πέφτει το μέρος, απλά πήγα… Με αποτέλεσμα να φύγω όπως πήγα. Πάλι απελπισμένη και σε μια φάση που ο άλλος ήταν έξαλλος. Και τα πουρμπουάρ μου εξαφανίστηκαν. Δε με πλήρωσε ποτέ ο τύπος. Γι’ αυτόν μετά έμαθα ότι έφερνε και γυναίκες… πέρα απ’ το ότι είχε το μαγαζί, που μάλλον ήτανε μόνο για ξέπλυμα και βιτρίνα. Γιατί το λειτουργούσε κυρίως με ΚΑΠΗ και γκρουπάκια που ερχόντουσαν στο κωλομέρος από Αθήνα για Σαββατοκύριακο. Ο τύπος το έλεγε «εγώ ψηφίζω Χρυσή Αυγή, εγώ είμαι χρυσαυγίτης, τελεία. Οι Αλβανοί κλέβουνε, οι Αλβανοί είναι σκυλιά, δεν τους έχεις δει; Τρώγονται σαν τα σκυλιά, δουλεύουν σαν τα σκυλιά για να βγάλουν λεφτά και να τα στείλουνε πίσω». Γενικά, τα αφεντικά ήτανε ρατσιστές. Δεν υπήρχε κάποιος που, έστω στα τυπικά, να μην σου χωθεί. Να κρατήσει μια στάση του στυλ «οk, κάνεις την δουλειά σου και από κει και πέρα ο καθένας την ζωή του». Όχι. Όλοι είχαν άποψη σε σχέση με τους μετανάστες.

ΕΚΕΙ ΜΕΣΑ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΡΟΥΦΙΑΝΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

CWD: Ναι, έτσι είναι τ’ αφεντικά. Άποψη έχουν όλοι, τ’ αφεντικά απλά στην λένε. Εντάξει, αν κατάλαβα καλά είτε υπεροργανωμένη αλυσίδα είτε οικογενειακό κωλομάγαζο, οι βασικές συνθήκες εργασίας παραμένουν: ο ζόφος ζόφος και το τρεξιμο τρέξιμο. Εγώ τώρα σκεφτόμουνα αν θες να πεις λίγο παραπάνω για τις σχέσεις – αν και έχεις πει ήδη κάποια πράγματα. Ρε παιδί μου πώς είναι οι σχέσεις μέσα σε αυτή τη φάση. Κυρίως με τους συναδέλφους σου, αλλά και με τους πελάτες. Είπες για το Μikel που έπαιζε αυτή η φάση… Δεν μιλάγατε καθόλου; Πόσοι δούλευαν μέσα στο μαγαζί;

Ε: Τέσσερα άτομα. Ε μιλάγαμε, αλλά μην φανταστείς. Όλοι λέγανε μόνο τα της δουλειάς. Εγώ ήμουν αυτή που τρωγόμουν. Τότε π.χ που τελείωσε η εκπαίδευση, εγώ αναρωτιόμουν πότε θα πληρωθούμε την εκπαίδευση. Ρωτούσα «ρε παιδιά δεν μας έχουνε πει κάτι για τις πληρωμές, μήπως θα ‘πρεπε να ρωτήσουμε; Μήπως να πάμε κάποια άτομα και να ρωτήσουμε εμείς που δουλεύουμε στο Κολωνάκι που είναι franchise από ποιον θα πληρωθούμε και πότε»; Σιωπή. Τεικά το ‘κανα μόνη μου, γιατί δεν μπορούσα να συνεννοηθώ. Κάπως έπαιζε μια ομερτά, ρε παιδί μου· ότι δεν μιλάμε μεταξύ μας καθόλου, απαγορεύεται. Κοίτα, στο Μikel μιλούσα λίγο παραπάνω με μια κοπέλα από Αλβανία που μόλις είχε τελειώσει το σχολείο και έπρεπε να δουλέψει για να παραμείνει στην Ελλάδα. Δηλαδή μόλις είχε γίνει 18 και δεν γινότανε να παραμείνει αν δεν έχει χαρτιά. Δεν είχε σπουδάσει. Δεν ‘φτάναν τα λεφτά. Α, και με μια κοπελίτσα που ήταν και αυτή από επαρχία… γενικά κάτι έχω με τις κοπέλες από επαρχία, μπορώ να δημιουργήσω εύκολα σχέσεις μαζί τους, βλέπω κομμάτια του εαυτού μου πάνω τους. Αλλά αν εξαιρέσεις αυτές, κατά τα άλλα εκεί μέσα ήταν μια ρουφιανοκατάσταση. Οι περισσότερες κοπέλες που ήταν εκεί πέρα απλά ήθελαν να γίνουν σαν τις υπεύθυνες και ήταν σε φάση «α, τι ωραία που είναι τα νύχια σου, πού τα έφτιαξες; και εγώ θέλω». Επίσης άκουγα πολλά ρατσιστικά. Αν εξαιρέσεις τις δυο κοπέλες που κάναμε παρέα, άκουγα συνέχεια την ατάκα «ε, ναι ρε, Χρυσή Αυγή». Καλά, στη Φοινικούντα δούλευα μόνη μου και η μόνη σχέση που είχα ήταν με μία γάτα, την οποία την έδιωχνε και αυτή το αφεντικό ο χρυσαυγίτης · τη χτύπαγε.

CWD: Στα υπόλοιπα μαγαζιά που ήταν πιο μικρά, πώς ήταν η κατάσταση; Πώς ήταν οι σχέσεις εκεί;

Ε: Στα μικρά είπαμε· παίζει αυτή η φάση του «εδώ πρέπει να γίνουμε φίλοι», το οποίο είναι λίγο κακό. Στην προηγούμενη δουλειά που κράτησε το 10μηνο είχα καλές σχέσεις με μια κοπέλα, αλλά η μαλακία ήταν ότι δε δουλεύαμε ποτέ τις ίδιες μέρες. Αλλά είχαμε γνωριστεί και απλά πήγαινα κάποιες μέρες που δούλευε να της πω ένα γεια. Βέβαια, δεν καθόμουνε ποτέ για να μην της φορτώσω και άλλη δουλειά ή κανονίζαμε και πηγαίναμε για κάνα καφέ. Ήταν πολύ συμπαθητική. Εντάξει, σε αυτή τη δουλειά που είμαι τώρα, η κοπέλα που δουλεύουμε μαζί είναι η αρραβωνιαστικιά του αφεντικού, οπότε ο μόνος λόγος που θέλει να με πλησιάσει είναι να μάθει πράγματα για μένα. Είναι κακός ο τρόπος της ρε παιδί μου, οπότε δε θέλω σχέσεις μαζί της. Θα ήθελα να έχω, αν ήταν μια άσχετη που απλά δούλευε εκεί, αλλά έτσι όχι. Και γενικά, πέρα από την «οικογενειακή ατμόσφαιρα» σε αυτές τις δουλειές, τα πάντα είναι χύμα. Τυχαίνει σε αυτή τη δουλειά που είμαι τώρα, επειδή έχω κάνει το λάθος να μένω κοντά στο μαγαζί που δουλεύω, να μου λένε π.χ δύο ώρες πριν «έλα για δουλειά τωρα», ενώ έχω ρεπό. Ή να δουλεύω 6 μέρες σερί βράδυ, ενώ κανονικά δουλεύω μόνο τέσσερεις. Γενικά συμβαίνει αυτό συνέχεια. «Δεν έχεις κάτι να κάνεις; Έλα από εδώ γιατί έχουμε πάρα πολλή δουλειά» ή «μας έτυχαν πολλά κλεισμένα τραπέζια, δεν έρχεσαι»; Πρέπει να είσαι stand by οποιαδήποτε στιγμή. Επίσης, το ταμείο. Πολύ σημαντικό το ταμείο. Αν λείπουν λεφτά από το ταμείο τα χρεώνεται η σερβτόρα. Άμα παίξει γενικά λάθος στο ταμείο, σου κρατάνε λεφτά. Αν φύγει ο άλλος και δεν πληρώσει, τα πληρώνω εγώ. Τις προάλες είχε γίνει ένα λάθος με το ταμείο και έτυχε να είμαι έξω και σκάει τηλέφωνο «Πού είσαι;». Άκου, πού είσαι; Όπου θέλω είμαι. Τέλοσπάντων. Μου λένε «έχει γίνει ένα λάθος στο ταμείο, πρέπει να έρθεις. Σε μία ώρα να είσαι εδώ». Με τα πολλά, πήγα και τελικά δεν είχε γίνει κανένα λάθος. Απλά αυτός ήταν στόκος και δεν ήξερε να μετράει. Αλλά εγώ τα παράτησα όλα για να κουβαληθώ εκεί. Γενικά, δεν ξέρεις αν δουλεύεις την επόμενη μέρα, πού θα δουλεύεις, τι ώρες… δεν ξέρεις τίποτα. Αυτή τη βδομάδα π.χ δεν ξέρω πότε δουλεύω και είναι ήδη Τρίτη, ενώ κανονικά θα έπρεπε να μου έχουν πει το πρόγραμμα από Δευτέρα. Και θα σκάσει τηλέφωνο αύριο: «μπορείς να έρθεις σε ένα διωράκι για δουλειά»; Επίσης το οκτάωρο είναι δεκάωρο. Και ρε συ, αυτό το πράγμα, να μην πληρώνει κανείς ποτέ υπερωρίες, λες και ο χρόνος μου είναι για σκότωμα. Δεν ξέρω τι να τον κάνω, οπότε ας πάω να δουλέψω χωρίς να πληρωθώ.

CWD: Σε αυτές τις δουλείες πάντως αυτά που λες είναι δεδομένα στο μυαλό των αφεντικών. Το οκτάωρο των δέκα ωρών και το stand by είναι στανταράκι. Είναι από τα εγγενή «πλεονεκτήματα» της μαύρης εργασίας.

Ε: Θα ήθελα πάντως να βρω μια δουλειά πιο σταθερή, να μην αγχώνομαι για το τι θα κάνω την επόμενη ημέρα. Γιατί είναι πάρα πολύ εξοντωτική όλη αυτή η πίεση και η τρομοκρατία. Και εντάξει, δεν είναι ότι το κάνω από γούστο. Και γενικά αυτές οι δουλείες είναι τελείως υποτιμημένες. Παίζει υποτίμηση από το αφεντικό, από τους πελάτες. Σε αντιμετωπίζουν ως «το κοριτσάκι», σε προσφωνούν με κάτι περίεργα ονόματα την ώρα που δουλεύεις. Ουφ. Συγχύστηκα τώρα.

CWD: Καλά, σταματαμε. Έτσι κι αλλιώς είπες τα πάντα. Μας κάλυψες και με το παραπάνω. Σε ευχαριστούμε πολύ που μοιράστηκες μαζί μας τις εμπειρίες σου.

Ε: Παρακαλώ. Και να μην έρθετε ποτέ στο μαγαζί που δουλεύω

 

Πηγή: https://autonomia71.files.wordpress.com

 

© I for Interview team

Σε περίπτωση που επιλέξατε να αναδημοσιεύσετε κάποιο κείμενό μας στο δικό σας site, σας ευχαριστούμε ιδιαίτερα εκ των προτέρων για την προτίμηση! Ωστόσο,  να σας υπενθυμίσουμε το πόσο ευχάριστο και δίκαιο είναι να ακολουθούνται οι δεοντολογικοί κανόνες που ορίζουν τη σωστή και λειτουργική αναφορά στην αρχική  πηγή ( δλδ. αναγραφή πλήρους ονόματος του site μας και ενεργό link που ανακατευθύνει στο πρωτότυπο άρθρο). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζετε τον κόπο και τη δουλειά μας και σας ευχαριστούμε διπλά!

Leave a Reply

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Χαρτοφύλακας

Στην Κορυφή