Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

Διαρκής απόπειρα ελευθερίας

στo Lunch break/Mind Opener

«Βίος χωρίς πολιτεία»: Προσαγωγή της τέχνης του Νικόλα Άσιμου

της Χριστίνας Καραντώνη

Απόπειρα. Από. Από πού; Όπως από-νερα, από-κληρος, απο-παίδι. Και η πείρα, πόθεν κι αυτή; Πείραμα πειρώμαι και το πέρας πεπερασμένο εκεί να καραδοκεί έτοιμο να ακυρώσει ό,τι θέλησες, θέλησε πολύ. Η ελευθερία πάλι, χαίρει, λυπάται, βοά και θρηνεί, πέφτει, σηκώνεται, ξανά στις επάλξεις μάχεται έως την τελευταία – αν υπάρχει – την ύστατη στιγμή. Διαρκής θα πει πως ποτέ δεν αρκεί, δε φτάνει, πως ενώ δια-σχίζει, τα πάντα δια-περνά, δεν φεύγει, δεν εγκαταλείπει, δεν τα παρατά, ούτε όταν πλέκει αρτάνη, όταν σφίγγει θηλιά ούτε.

Άστοχη, μάλλον, η απόπειρα προσέγγισης του Νικόλα Άσιμου μ’ έναν τρόπο κάπως σαν τον δικό του, σπάζοντας δηλαδή τις λέξεις μέχρι να βγει η ψίχα, το ψαχνό, αφού άλλη καθενός η αφετηρία, οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις και οι ανεβασμένες, αλλιώς, η μίμησις πράξεως εν προκειμένω ρέπει στην παρωδία, ουχί ως θα όφειλε στον ρεαλισμό, έστω στην τραγωδία.

Ο Άσιμος έσπαζε, πράγματι, τις λέξεις, αρχής γενομένης από του ονόματός του. Το πατρικό του επίθετο Ασημόπουλος, θα γίνει Άσιμος, προφανές ότι εκτός από την αφαίρεση του -πουλο, το ή έχει συρρικνωθεί σε ι. Για να παραμείνει ως είχε – η – απαιτούσε αυτοσαρκασμό μεγαλύτερο από εκείνο που ο Νικόλας διέθετε, τουλάχιστον την εποχή της μετωνυμίας του. Αργότερα, πάντως, σαρκάζοντας εαυτόν και άλλους, θα σπάσει το όνομα το δηλούν την ιδιότητά του – για την ακρίβεια μία από τις ιδιότητές του – συν-θέτης, θα αποκόψει την πρόθεση, σύμβολο πρόσθεσης συνάμα, του μαζί, και στη θέση της θα θέσει το αντίθετο πλην, για να δηλώσει έτσι διαφοροποιούμενος πλήρως από όλους τους άλλους και εμμένων συνάμα μοναχικά μοναδικός: πλην-θέτης.

Το συν και το πλην με το εννοιολογικό φορτίο που έκαστο πρόσημο-σύμβολο φέρει, αλλά και τα δύο μαζί, ίσως αποτυπώνουν μ’ έναν σχηματικό τρόπο, αυτό που ήταν – ή δεν ήταν – ο Άσιμος, αυτό που είναι – ή δεν είναι – το έργο του.

Άρνηση, λοιπόν, στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, στις έξωθεν επιταγές, στις κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές, ηθικές, καλλιτεχνικές και αισθητικές συμβάσεις. Από έφηβος ακόμα, ο Νικόλας υπερασπιζόταν το δικαίωμα να εκφράζει την άποψη και τη βούλησή του, ερχόμενος συχνά σε ρήξη με το περιβάλλον. Από νωρίς, επίσης, οι στίχοι ήταν το μέσον δια του οποίου σάρκαζε και αποδομούσε ό,τι παρουσιαζόταν, χωρίς – κατ’ αυτόν – και να είναι, ως κανονικότητα. Άλλοτε πάλι, η διαφωνία του, η εναντίωσή του, εκδηλωνόταν με πιο δραστικούς τρόπους μέχρι και την σώμα με σώμα αναμέτρηση. Η άρνηση δηλαδή, αντίθεση, μοιάζει για τον Άσιμο να διεκδικεί το δικαίωμα να αναγνωριστεί ως θέση, χωρίς τη διαμεσολάβηση της σύνθεσης, απορρίπτοντας δηλαδή το εγελειανό μοντέλο διαλεκτικής. Ο Άσιμος, ασυνείδητα πιθανόν στην αρχή, περισσότερο συνειδητά στη συνέχεια, τασσόταν υπέρ μας ριζοσπαστικής, μαρξιστικής αντίληψης, σύμφωνα με την οποία καμία αλλαγή – σε κανένα επίπεδο – δεν θα μπορούσε να επέλθει χωρίς την ποσοτική συσσώρευση, την έκρηξη, την επανάσταση, τη σύγκρουση. Η τέχνη του Άσιμου, έτσι, είτε ως θέατρο, μουσικοθεατρική παράσταση, happenings του δρόμου αργότερα, είτε ως στίχοι, τραγούδι – σύμπραξη στίχου και μουσικής – διέπεται από αυτήν την λογική. Και η ζωή του, γενικότερα, όμως. Η τέχνη αποτέλεσε γι’ αυτόν, εκτός από μέσο αφύπνισης των συνειδήσεων και τρόπο μιας άλλης ζωής, ριζικά αντίθετης προς την κρατούσα.

Όπως, πέραν του όποιου θεωρητικού σχήματος, των όποιων προτύπων, η ζωή για τον Άσιμο – και όχι μόνον, βέβαια – σπουδάζεται κατ’ ουσίαν βιωματικά, δια του ζην, κυρίως μέσα από την μέθοδο της δοκιμής και συχνά της πλάνης, έτσι και η τέχνη, φαίνεται να αποτελεί ένα πεδίο στο οποίο θα μπορούσε να εισέλθει και να εμβαθύνει, κατά βάση ως αυτοδίδακτος. Στο πνεύμα της άρνησης, της αντίθεσης, του πλην, δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. αφού το Πανεπιστήμιο εδραιώθηκε στη συνείδησή του ως επίσημος φορέας παραγωγής εξαρτημένων στη μηχανή της εξουσίας γραναζιών, παρέμεινε όμως φανατικός συ(ν)ζητητής και αναγνώστης. Το όραμα του Άσιμου για την τέχνη ως μέσο για την «άλλη» ζωή και την «διαφορετική» ζωή ως τέχνη, απαιτούσε αφοσίωση και συν-εργασίες. Όντας ωστόσο ως χαρακτήρας απόλυτος, δύσκολος, γινόταν ιδιαίτερα εριστικός και επιθετικός, όταν υποψιαζόταν – δικαίως ή αδίκως – ότι οι προθέσεις των συνεργατών του ήταν διαφορετικές από τις δικές του, ότι τα κίνητρά τους δεν συμβάδιζαν με το όραμά του. Οι επιχειρηματίες, από την άλλη, και εκείνοι που έβλεπαν ευνοϊκά τις προτάσεις του και εκείνοι που ήταν είτε επιφυλακτικοί είτε αρνητικοί, λειτουργώντας με τη λογική του κέρδους ήταν αναμενόμενο να αποκλείουν οτιδήποτε φάνταζε ή αποδεικνυόταν μη κερδοφόρο. Σταδιακά, λοιπόν, ο Άσιμος, ωθούνταν όλο και περισσότερο σε μια ιδιότυπη μοναχικότητα, που του περιόριζε ασφυκτικά την δυνατότητα του ζην δια της τέχνης και τον έθετε στο περιθώριο, εκτός κοινωνίας και πολιτείας.

Το «εκτός πολιτείας» ζην – για οποιονδήποτε και αν πρόκειται – κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας, δεν ξένιζε βεβαίως. Ούτε, έτσι και η εν έτη 1971 προσαγωγή στην αστυνομία του νεαρού Κοζανίτη φοιτητή, Νικολάου Ασημόπουλου, μαζί με άλλα μέλη του φοιτητικού θιάσου με αφορμή τις έντονες αντιδράσεις τους να τεθεί ο απριλιανός δοίνικας στο πρόγραμμα της θεατρικής παράστασης που ανέβαζαν όπως και το – σύνηθες για την εποχή – φακέλωμα τους, ξενίζουν μα ούτε και επί της ουσίας στοιχειοθετούν το «εκτός πολιτείας». Η προσαγωγή όμως και η φυλάκιση του χαρακτηριζόμενου σύμφωνα με το κατηγορητήριο «συνθέτη ανατρεπτικών τραγουδιών» Άσιμου εν έτη 1977, είναι κάτι διαφορετικό. Όπως διαφορετική περίπτωση η τελευταία κράτησή του τον Ιούνιο του 1987, μετά την εναντίον του μήνυση για «βιασμό». Στη δεύτερη περίπτωση, την φυλάκιση του 1977, ο Άσιμος αντιμετωπίζεται μεν από την πολιτεία ως υπονομευτής της και κατατάσσεται μαζί με τους συγκρατούμενούς του στον αναρχισμό – αντιεξουσιαστικό χώρο, στην πραγματικότητα όμως, δεν είναι ούτε αυτό. Ο ίδιος αρνείται – σταδιακά όλο και περισσότερο – κάθε είδους ένταξη. Και οι οργανωμένοι όμως σε διάφορες αντιεξουσιαστικές ομάδες δεν τον θεωρούν «δικό» τους. Ο Άσιμος δεν ανήκει πουθενά και σε κανέναν. Και κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει την ιδιαιτερότητά του. Αυτή η ιδιαιτερότητα θα τον θέσει άλλωστε, τελεσίδικα, και εκτός κοινωνίας. Η εναντίον του κατηγορία για «βιασμό» ποτέ δεν στοιχειοθετήθηκε επαρκώς, η μήνυση αποσύρθηκε μεν, ο Άσιμος απεμπόλησε δε το δικαίωμά του να αποδείξει την αθωότητά του, αναχωρώντας οριστικά και αμετάκλητα από τον κόσμο τούτο, ομολογώντας έτσι και την αδυναμία του πλέον να αντιπαλέψει την καθεστηκυία λογική και τάξη πραγμάτων.

Την δεκαετία 1977-1987, λοιπόν, με αφετηρία την σκηνοθετημένη από τον ίδιο παράσταση στο κέντρο νεοσύλλεκτων πολεμικής αεροπορίας στην Τρίπολη, που στόχο είχε να του εξασφαλίσει την πολυπόθητη απαλλαγή από την στράτευση και στέφθηκε με επιτυχία, συντελείται – και με την επίσημη πιστοποίηση της πολιτείας – η μετάλλαξη του Άσιμου σε γραφικό τύπο, στον τρελό των Εξαρχείων. Αυτή η ταμπέλα του εξασφάλιζε, ωστόσο, κατά δήλωσή του, λιγότερες ενοχλήσεις και από πλευράς πολιτείας και από πλευράς κοινωνίας, άρα μεγαλύτερα περιθώρια ελευθερίας. Αυτή η ελευθερία, πάντως, έμελλε να τελεί υπό τους περιορισμούς της ανέχειας – ακόμα και της ασιτίας – της γενικότερης, ένθεν κακείθεν, καχυποψίας, και να οδηγείται μέσα από σκοτεινές ατραπούς μέχρι και την – ψευδή, εκ του αποτελέσματος, αλλά όχι μόνον – βεβαιότητα απελευθέρωσης από τον κλοιό του θανάτου. Με εμφανή πλέον, από τα μέσα της δεκαετίας αυτής, τα σημάδια της ψυχικής διαταραχής, ο Άσιμος απ’ τη μία πιστεύει πως κατέχοντας υπερφυσικές δυνάμεις μπορεί να εξασφαλίσει την αθανασία σε έμβια όντα, από την άλλη αποπειράται τρις – την τελευταία φορά επιτυχώς – να θέσει τέλος στη ζωή του, να οδηγηθεί στο θάνατο, αρνούμενος τον εγκλεισμό του για μια ακόμα φορά σε φυλακή ή ψυχιατρείο.

Ουδείς δύναται μετά βεβαιότητος να αποφανθεί σε ποιο βαθμό η τελική απόφαση για αναχώρηση από τούτον τον κόσμο ελήφθη και εκτελέστηκε εν πλήρη συν-ειδήσει και συνεπώς εάν η τελευταία πράξη του δράματος αποτελεί κατάφαση ελευθερίας ή όχι. Τα σημειώματα που – εκτός των άλλων – ο Άσιμος άφησε πίσω του δείχνουν, πάντως, πως δεν επρόκειτο για μια σπασμωδική, αβασάνιστη κίνηση, αλλά για την καλά σκηνοθετημένη «λύση» της τραγωδίας με στόχο την κάθαρση: [Σας ευχαριστώ όλους για τη βοήθεια. Έτσι όπως τα ‘χω κάνει δεν το αξίζω. Βοηθείστε καλύτερα αντίς για μένα την κόρη μου. Είναι πιο δίκαιο.] Εγώ είμαι κακός μπελάς. Δε βγαίνω από το χάλι μου με τίποτε. Είναι το καλύτερο που έχω να κάνω για να μην αμαρτάνω περισσότερο. (3ο Σημείωμα, Γ.Ι. Αλαμάνης, οπ.π. σελ.240).

Εκτός από το αίτημα της ελευθερίας, ήταν και εκείνο του δικαίου που σφράγισε τη ζωή και την τέχνη του Νικόλα. Αίτημα το οποίο, όπως ακριβώς και με την ελευθερία, γνώριζε πως ξεκινούσε από τον ίδιο. Έτσι, λοιπόν, στις οικονομικές του συναλλαγές ήταν συνεπής, ακόμα στις εποχές της απόλυτης ένδειας. Ή τουλάχιστον προσπαθούσε. Τιμούσε όσους του εμπιστεύονταν βιβλία προς πώληση, στον πάγκο του στα προπύλαια του Πολυτεχνείου, αποδίδοντας στο ακέραιο το λογαριασμό. Επέστρεφε τα δανεικά που κατά καιρούς ελάμβανε και τα ενοίκια των σπιτιών που διέμενε, προσπαθούσε να τα καταβάλλει κανονικά, άλλο που δεν τα κατάφερνε πάντα. Μισούσε παράλληλα και κατήγγελλε ό,τι εξελάμβανε ως αισχροκέρδεια, ως αγνωμοσύνη, φτάνοντας συχνά στην υπερβολή. Προέτασσε βεβαίως το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη.

Την άποψή του για το δίκαιο της ελευθερίας την εξέθεσε, την κατέθεσε εντέχνως μέσα από την τέχνη του δηλαδή, προασπίζοντας το δικαίωμα της ελεύθερης, χωρίς κανένα περιορισμό, καλλιτεχνική έκφρασης. Και την «διέδωσε» παρακάμπτοντας και υπερβαίνοντας τους κάθε λογής αποκλεισμούς, μέσα από τις «παράνομες» κασέτες του.

Ο λόγος, ο στίχος, ως φορέας νοημάτων και ιδεών έχει δεσπόζουσα σημασία στο έργο του Άσιμου. Αυτό, κατεξοχήν, ενοχλεί το κατεστημένο, οι στίχοι που καταγγέλλουν κάθε μορφή δουλείας και ευαγγελίζονται τη δυνατότητα ενός άλλου κόσμου: Δεν πα να μας χτυπάν με όλμους και κανόνια/ δεν πα να μας χαλάν τα πιο όμορφα μας χρόνια[…] Το δίκιο μας εμπρός να βγάλουμε στους δρόμους/ Μπουρλότο και φωτιά σε κράτος κι αστυνόμους […] Θα βάλουμε μπροστά τη μαύρη και κόκκινη σημαία/ για μας για μια ζωή πιο λεύτερη πιο νέα («Δεν πα να μας χτυπάν»). Δεν είμαστε σκιές κι απολιθώματα/ Λεύτερη είναι η φύση μας με λευτεριάς τοιχώματα/ Δεν θες καρδιά μου σήμανση, δε θέλεις φακελώματα […] Μας φτιάξατε υπάκοα και υποταγμένα νούμερα/ μα καίμε τις ταυτότητες, γκρεμίζουμε τα σύνορα […] («Η γαλανόλευκος»). Μέσα απ’ τα σκοτάδια κι απ’ το φως/ είμαι εγώ ο γιος του καθενός/ με τη Λευτεριά μου έχω γίνει ένα/ και δεν είμαι πιόνι κανενός («Θα ρθω να σε βρω»).

Κι εκείνοι όμως οι στίχοι, οι απαλλαγμένοι από κάθε αυτολογοκρισία, υποδαυλίζοντας κάθε συμβατική περί ευπρέπειας άποψη και δηλώνοντας ευθαρσώς μια ασυμβίβαστη στάση ζωής εκ διαμέτρου αντίθετη προς την υποκρισία, ενοχλούν, προκαλούν με την ελευθεριότητα τους: Μη μου πιάνεις την ψωλή δε σε θέλω τραβεστί/ Το δικό μου το καβλί είν’ απ’ άλλο μαγαζί/ κι αν ανήκω σ’ άλλο κόμμα κι είμ’ κανονικός ακόμα/ πάψε να με ζαχαρώνεις δε μου κάνεις γι’ αδερφή («Τραβεστί»). Το δικαίωμα στην «κανονικότητα» εν προκειμένω, ταυτίζεται με το δικαίωμα ενός εκάστου να αυτοπροσδιορίζεται και να υπερασπίζεται τις επιλογές του, σεβόμενος το αντίστοιχο δικαίωμα του άλλου, όταν και εάν βεβαίως αυτό δεν περιορίζει το δικό του.

Από τη θέση του «διαφορετικού» στην πλειονότητα των περιπτώσεων, πάντως, ο Άσιμος θα σαρκάσει όψεις της «κανονικότητας», επιλέγοντας συχνά παράδοξους συνδυασμούς λέξεων, στο πνεύμα των ελεύθερων συνειρμών – ηχητικών παιγνιδιών συνήθως – που αποτελούν τη δική του εκδοχή σουρεαλισμού: […] Πέφτεις στη μαρμίτα/ αιωνίως πίτα/ κοντολογίς ωσάν τον Οβελίξ/ Μιας κι έχεις μέσα σου φωτιά/ να μη σ’ αγγίζει η φθορά/ και να μπορείς ν’ αναταράξεις τα νερά […] («Πάλι στην ξεφτίλα»). […] Αφότου στέριωσε κι αυτός ο μπαγλαμάς/ απόμεινε απ’ το περιθώριο ο κιμάς/ όπως εκείνοι οι παλιοί φουτουριστές/ ας ξεκλειδώσουμε τις κούφιες μας στιγμές// Αν με άκουγες μπουμπούνα/ θα ψήφιζες κουδούνα/ Και ξέρει παραπάνω και ξέρει και ξέρει/ αυτή η κουδούνα («Ο μπουμπούνας»). Δεν θα μπορούσε, προφανώς, ο σαρκασμός του να μην στραφεί και στο θεωρούμενο – τότε, αλλά και όχι μόνον – πολιτικώς ορθό: […] Των ετερώνυμων/ αι καρδίαι έλκονται/ Και εξ ευωνύμων/ τα πασόκια έρχονται/ Μου την έπεσες στα ούζα με την αλλαγή/ και μου κόλλησες βεντούζα ρε κομμουνιστή/ Την έχεις δέσει τη γαϊδάρα σου κι εσύ/ συντηρητικιά παπάρα κουκουέδικη[…] («Ούζα»). Και πάντως όχι χωρίς να πληρώσει και γ’ αυτό το ανάλογο (;) τίμημα.

Ανένταχτος, ο Άσιμος, και ως συνθέτης, υπερασπίζεται το δικαίωμά του στην ελευθερία, αρνούμενος να ταυτιστεί μ’ ένα συγκεκριμένο είδος και ύφος μουσικής σύνθεσης. Άλλοτε βαδίζοντας σε δρόμους της Ανατολής, άλλοτε ανεβοκατεβαίνοντας κλίμακες της Δύσης, έντυνε τους στίχους του με μελωδίες, ρυθμούς, συγχορδίες ποικίλες και πάντα με μια αφοπλιστική απλότητα και αθωότητα, παρά την όποια προκλητικότητα του λόγου. Στα μέτρα και το ρυθμό του ρεμπέτικου, για παράδειγμα, ακουμπούσε τον αναστεναγμό του περιθωρίου που βίωνε. σ’ εκείνους του εμβατηρίου είτε την οργή του είτε τον σαρκασμό του για την πατριδοπληξία, στο ροκ την οικουμενικότητα των ιδεών του, στο μπλουζ και τη σόουλ τις αγωνίες του, στο δημοτικό τραγούδι τη λαϊκότητα του, στη μπαλάντα την τρυφερότητα και την ευαισθησία του. Ο Νικόλας αγαπούσε το παράπονο του μινόρε, το ελάσσονος, όχι τη βεβαιότητα του μείζονος, του ματζόρε, ενώ συχνά έμενε μετέωρος πάνω σε μια συγχορδία με εβδόμη, που έψαχνε αλλά δεν έβρισκε πάντα την ογδόη για να στηριχτεί.

Είναι, θαρρώ, η μετέωρη τρυφερότητα του, που ν’ ακουμπήσει δεν έβρισκε, αυτή περισσότερο που απ’ όλα τα «συν» και τα «πλην» του κατάφερε να διασωθεί καθαρή, αναλλοίωτη μέχρι σήμερα, παρά τους καπνούς των τσιγάρων, το χλευασμό, τους εγκλεισμούς, την απόγνωση, τη θηλιά. Ο γλυκόπικρος ήχος, η σκληρή, παγερή τρυφεράδα του, τα πλάγια κι ακριβά τα χάδια του πρώτη και μόνη φωνή, ή δεύτερη, ραγισμένη, πίσω από το παιδιάστικο πα πα πα, αυτά κυρίως αγγίζουν, δονούν τις εντός μας χορδές. Στο αφτί όσων δεν έχουν εντοιχιστεί στις τσιμεντουπόλεις του σήμερα, δεν χορεύουν στους ρυθμούς των απανταχού ισχυρών αλλά κάτι από τη μέσα ελευθερία σώζουν, ο Άσιμος ψιθυρίζει το όραματα του «αλλιώς». Και πιάνει κουβέντα, συνομιλεί δυνατά μ’ εκείνους που στη συχνότητα εκπέμπουν ενός περιθωρίου προφυλαγμένου με νύχια και με δόντια από τους ρύπους των καιρών, όπως εν προκειμένω και με τον έγκλειστο, ελεύθερο πολιορκημένο ποιητή, Κώστα Θ. Ριζάκη, ο οποίος, όπως και από το παρακάτω ποίημά του γίνεται φανερό και τα ύστερα και τα πρότερα του Νικόλα εκ των έσω δύναται να αφουγκραστεί, να κατανοήσει βαθιά:

Από τα στερνά του Νικόλα

1.
ΚΕΝΤΡΟΜΟΛΟΣ

περιηγείται τις ζωές πλην θόρυβος η πόλη
φορτώνει στο γρανάζι της ξέφωτον εσοχή
ευθυτενής κι αδάκρυτος που θέτει στο περιβόλι
πια προηγείται των στενών που θέτει η εποχή

χάσμα γυρεύει μήπως μπει χάρακας το φεγγάρι
κι ας δείξει στις παλάμες ου κάψιμο από καρφιά
ο ουρανός που τ’ όνειρο με δυο κλωτσιές προγκάρει
στο πιο ψηλό υπόγειο μι’ αδούλωτη καρδιά

του γιουσουρούμ απόηχος η καθημέραν ζέση
λαβώνει στις κουκουναριές τις σύριγγες λερές
στα πάρκα ίσκιος περνά μα τον σκουντά στη μέση
η σιγουριά στίχος βαθύς σε νύχτες τολμηρές

2.
ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΟΣ

λες να κεράσεις τον καπνό κι ας στρίψουμε τσιγάρο
κι αν πιούμε μια παλιά ρακή θα φύγ’ η παιδωμή
μα λησμονάς στον ζήοο σου κι ο Ασιμος κουμπάρο
σε στιγματίζει Χάροντα μη στέργοντας στρωμνή

τι άγριος σου πολέμιος λέξεις λεφούσι ο φάρος
του Καρυωτάκη θηρευτής ασίκης κι ασκητής
αλλά γκρεμός του το κορμί κι άσωστον από βάρος∙
– τη λάμψη φείλεις στη θηλιά φωνή πριν κινηθείς!

 

Πηγή: Νέο Επίπεδο, Ιούνιος 2017

© I for Interview team

Σε περίπτωση που επιλέξατε να αναδημοσιεύσετε κάποιο κείμενό μας στο δικό σας site, σας ευχαριστούμε ιδιαίτερα εκ των προτέρων για την προτίμηση! Ωστόσο,  να σας υπενθυμίσουμε το πόσο ευχάριστο και δίκαιο είναι να ακολουθούνται οι δεοντολογικοί κανόνες που ορίζουν τη σωστή και λειτουργική αναφορά στην αρχική  πηγή ( δλδ. αναγραφή πλήρους ονόματος του site μας και ενεργό link που ανακατευθύνει στο πρωτότυπο άρθρο). Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζετε τον κόπο και τη δουλειά μας και σας ευχαριστούμε διπλά!

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Lunch break

Κόκκινο

Κάθε βράδυ διαβάζω την Joan Didion να γράφει για το θάνατο και

Το μεσαίο δάχτυλο

Από τον Αντώνη Αντωνάκο Αρκετοί άνθρωποι αγαπούν το κουτσομπολιό και τρέφονται απ’
Στην Κορυφή