Όσα μάθαμε ψάχνοντας για εργασία

(Όχι απαραίτητα) αποδομώντας τις απόψεις ενός HR manager

στo Ημερολόγιο Καταστρώματος

Διαβάσαμε πρόσφατα τις απόψεις ενός ΗR manager για το τι και τι δεν πρέπει να κάνεις σε μία συνέντευξη για δουλειά. Ομολογουμένως, το άρθρο μας εξέπληξε. Συνήθως τέτοιου είδους αναγνώσματα είναι γεμάτα με κλισέ, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρ’ όλο που τα είχε τα κλισέ του σε μεγάλο βαθμό, υπήρχαν αρκετές σωστές παρατηρήσεις. Πάμε να τις δούμε αναλυτικά.

Έτσι, στέλνουν αόριστα σε όλες τις αγγελίες που σχετίζονται για παράδειγμα με marketing, πωλήσεις, λογιστικά κ.λπ. Αυτό δείχνει αναμφισβήτητα ότι αναζητούν δουλειά, μια οποιαδήποτε, όμως, δουλειά. Η πρακτική ερμηνεύεται λόγω της δυσθεώρητα υψηλής ανεργίας και της έλλειψης εμπειρίας των νέων πτυχιούχων, ωστόσο αποβαίνει εις βάρος τους. Αν σας συστηθεί κάποιος ως «χειρουργός/κηπουρός», θα του εμπιστευτείτε έστω τον κήπο σας; Αμφιβάλλω.

Το παράδειγμα του χειρουργού-κηπουρού είναι μάλλον αδόκιμο και υπερβολικό. Σαφώς και θα προτιμήσει κάποιος έναν υποψήφιο που πληρεί ακριβώς τις προϋποθέσεις που ζητά η θέση, αλλά παρ’ όλα αυτά υπάρχουν θέσεις στις οποίες μπορεί να γίνει δεκτή και λίγη ευελιξία. Δε χάνει κανείς κάτι αν λάβει υπόψην του έναν ηλεκτρολόγο μηχανικό που έχει ασχοληθεί με software engineering ή έναν πληροφορικάριο σε θέση digital marketing. Εκτός της core εξειδίκευσης, υπάρχουν και τα ταλέντα, τα οποία δε θα έπρεπε να μένουν αμελητέα. Δεδομένων των μεγάλων ποσοστών ανεργίας, όπως ισχυρίζεται και ο εν λόγω recruitment manager, είναι απόλυτα λογικό κάποιος να πειραματίζεται σε πολλά και διαφορετικά πεδία. Από εκεί και πέρα, είναι στην ευχέρεια του κάθε HR manager το πώς θα καταφέρει να αξιολογήσει τους υποψήφιους. Ναι, έχει μεγαλύτερο όγκο δουλειάς. Αλλά σύμφωνα με τα trends, δεν είναι οι εργασιακές προκλήσεις κάτι που θα έπρεπε να τους χαροποιεί και να τους κάνει πιο ανταγωνιστικούς και καλούς στη δουλειά τους;

«Ποιο είναι το μεγαλύτερό σας μειονέκτημα;» είναι μια από τις κλασικές ερωτήσεις. «Η τελειομανία», απαντούν πολλοί, ακολουθώντας πιστά tips που προτείνουν ευπώλητα βιβλία. Σκεφτείτε πως τα άρθρα που έχετε διαβάσει εσείς, τα έχουμε διαβάσει κι εμείς! Όποιο χαρακτηριστικό προσδώσετε στον εαυτό σας –δημιουργικός, επικοινωνιακός, φιλόδοξος– θα πρέπει να συνοδεύεται και από μια λογική αιτιολόγηση.

Εδώ, ο φίλτατος HR manager δεν έχει άδικο. Το να πας σε μια συνέντευξη με το manual ενός best seller κλασικού Αμερικάνου που δίνει διαλέξεις επιτυχίας σε μοτέλ, δεν είναι και εγγυημένη μέθοδος επιτυχίας. Από την άλλη όμως, η προσέγγιση του τύπου «γατάκι, αυτά που διάβασες τα ‘χω διαβάσει κι εγώ» είναι αν μη τι άλλο αλλαζονική και δείχνει την τάση που έχουν άνθρωποι σε τέτοιες θέσεις (άσχετα με το αν είναι η πολιτική της εκάστοτε εταιρείας ή όχι) να φέρνουν τον υποψήφιο σε μειονεκτική θέση. Το «εδώ κάνω κουμάντο εγώ και σε τεστάρω συνεχώς» δεν είναι και η καλύτερη τεχνική για να βγάλει προς τα έξω τον καλύτερο εαυτό του υποψηφίου. Μην ξεχνάμε πως στις περισσότερες περιπτώσεις μιλάμε για απλά πόστα και όχι για υποψήφιους πράκτορες της CIA, που απαιτούν την τρελή ακεραιότητα χαρακτήρα. Επίσης, χωρίς άγχος, ο καθένας αποδίδει καλύτερα. Όσον αφορά τώρα στο πλασάρισμα του εαυτού μας, η ειλικρίνεια είναι το ήμισυ του παντός. Μπορείς να στηρίξεις με επιτυχία κάτι, όταν ξέρεις ότι σίγουρα ισχύει και να μετατρέψεις αν όχι σε θετικά, τουλάχιστον σε ουδέτερα, τα τρωτά σου σημεία.

Επίσης, μη «σκοντάψετε» στο ερώτημα των προσωπικών σας επιτυχιών! Μπορεί να είστε νέοι, αλλά μικρές επιτυχίες, που μπορείτε να αναφέρετε, έχουμε όλοι στη νεανική/φοιτητική μας ζωή. Τέλος, αξιολογούνται πολύ θετικά οι πολλές και παράλληλες δραστηριότητες/χόμπι. Κρίνουμε ότι όποιος μπορεί να χωρέσει στο πρόγραμμά του πολλά, είναι σε θέση να προσθέσει κι άλλα…

Νοt bad Mr HR manager, not bad… Το να αξιολογείται ένας υποψήφιος σφαιρικά, δίνει τη δυνατότητα να ανακαλυφθούν πολλές πτυχές του χαρακτήρα του. Αν δε, τα χόμπι του σχετίζονται και με το αντικείμενο της θέσης, ακόμα καλύτερα.

Υπάρχει περιθώριο για χιούμορ; Όχι μόνο υπάρχει περιθώριο, επιβάλλεται. Όταν έχω απέναντί μου έναν άνθρωπο μαγκωμένο, νιώθω κι εγώ άβολα. Το χιούμορ από την πλευρά μου θα ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, ενώ αν κάνει ο υποψήφιος κάποιο αστείο, θα είναι ένδειξη αυτοπεποίθησης. Άλλωστε, κάθε φορά που γελάμε οξυγονώνεται ο εγκέφαλος, οπότε και μόνο αυτό είναι ένα όφελος!

Το να εκτιμάται το χιούμορ ενός υποψηφίου είναι το πρώτο βήμα μιας επιτυχημένης μελλοντικής συνεργασίας. Με ένα θετικό κλίμα από αμφότερες τις πλευρές, η συζήτηση γίνεται πιο αποδοτική και σπάει το κλισέ του σοβαροφανούς υποψήφιου και του ατσαλάκωτου εργοδότη που προτιμά το ίδιο ξύλινους εργαζόμενους, χωρίς να φαίνονται πουθενά πραγματικές προθέσεις, πτυχές χαρακτήρων και ο ανθρώπινος παράγοντας. Μακάρι να γίνεται αυτό και σε περισσότερες συνεντεύξεις.

Αν ξεχωρίσω τρεις υποψηφίους ως τους καλύτερους και εξ αυτών ο ένας έχει έρθει με επαγγελματική περιβολή, θα έχει μεγαλύτερο πλεονέκτημα για τη θέση. Είναι πλέον τόσο μεγάλος ο ανταγωνισμός που είναι κρίμα να χάνει κανείς πόντους από το ντύσιμο. Δεν μιλάω για υπερβολές. Μια προσεγμένη εμφάνιση –ένα πουκάμισο με παντελόνι αντί για τζιν με t-shirt που συναντάμε συχνά- δίνει πολύ πιο σοβαρή εντύπωση για τον υποψήφιο, κάτι που προσμετράται στη συνολική αξιολόγηση. Από πολλούς μπορεί να θεωρηθεί κλισέ, αλλά είναι εγγεγραμμένο στο υποσυνείδητό μας ότι το «σοβαρό» ντύσιμο συνεπάγεται «σοβαρό» επάγγελμα. Οι γυναίκες, μάλιστα, έχουν περισσότερες επιλογές, αν και εγώ προτείνω all time classic ντύσιμο: πουκάμισο με παντελόνι, χαμηλό ή λίγο τακούνι, ελαφρύ βάψιμο. Το ζητούμενο είναι να φαίνεται ότι προσέχει τον εαυτό της.

Λεπτές οι γραμμές μεταξύ σεξισμού, κλισέ και πολιτικής ορθότητας στο συγκεκριμένο επιχείρημα. Τηρουμένων πάντα των αναλογιών και με σεβασμό και διαφορετική προσέγγιση στην εκάστοτε περίπτωση, ο κάθε υποψήφιος μπορεί να κάνει καλή εντύπωση με το δικό του στυλ. Σε άλλους είναι το φόρμαλ, σε άλλους το κάζουαλ, σε άλλους η ύπαρξη πρωτότυπων στοιχείων. Όσο και να προσπαθεί να το ομορφύνει, εδώ ο HR manager ταλανίζεται από κλισεδιές. Ξεκινώντας από τον αντίκτυπο που έχει το ντύσιμο λόγω της ύπαρξης ανταγωνισμού και καταλήγοντας στο ότι μια γυναίκα πρέπει να δείχνει ότι προσέχει τον εαυτό της. Πρώτα από όλα, γιατί να επιβαρύνεις έναν υποψήφιο με έναν ακόμη παράγοντα πρόκλησης στρες (άμα δεν ντυθείς καλά καημένο, θα σου τη φάνε τη θέση) και γιατί να επικεντρώνεσαι στο θέμα «προσέχω τον εαυτό μου δεδομένου του ότι είμαι γυναίκα». Θέλεις προσεγμένη εμφάνιση; Απαίτησέ το από όλους. Θέλεις dress code; Κάν’ το συγκεκριμένο στην αγγελία. Πολύ κακό για το τίποτα.

Είναι σημαντικό να κοστολογεί ο υποψήφιος αρχικά τον εαυτό του, δείχνοντας έτσι ότι γνωρίζει –ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα– τι αξίζει. Ωστόσο, και λόγω της εποχής, πρέπει να δηλώνει ανοικτός στο οικονομικό. Όμως, θεωρώ ότι ένας νέος εργαζόμενος πρέπει να προβάλλει άλλα ως τα δυνατά του σημεία, όχι μόνο την τιμή. Ο εργοδότης που έχουμε απέναντί μας μπορεί να μη θέλει έναν εργαζόμενο «οικονομικό» αλλά κάποιον που να προσφέρει πιο ποιοτική δουλειά. Ας μην ξεχνάμε πως δεν επιλέγουμε με αποκλειστικό γνώμονα την τιμή ούτε καν όταν κάνουμε αγορές, π.χ. αυτοκινήτου.

Ωραία τα λέει, αλλά στους καιρούς που ζούμε, η ερώτηση «πόσα θεωρείς ότι πρέπει να παίρνεις», είναι τις περισσότερες φορές παγίδα. Φέρνει τον υποψήφιο στο δίλημμα του «δε θα με πάρουν αν ζητήσω πολλά γιατί θα προτιμήσουν κάποιον που ζητάει λιγότερα και από την άλλη δε θα με προσλάβουν αν θα ζητήσω λίγα γιατί θα δείξω χαμηλή αυτοπεποίθηση». Η μόνη χρησιμότητα της ερώτησης αυτής είναι η πρόκληση περαιτέρω άγχους και δε θα έπρεπε κανείς να εκπλαγεί αν κάποιος υποψήφιος απαντήσει κάνοντας αντεπίθεση με το προαναφερθέν επιχείρημα. Εφ’ όσον τα ποσά μισθοδοσίας είναι λίγο πολύ fixed και οι αυξομειώσεις αφορούν πενταροδεκάρες, ο χρόνος που αποδίδεται σε αυτή την ερώτηση, μπορεί να αξιοποιηθεί καλύτερα σε κάτι άλλο σχετικό με τη θέση. Και όχι, τέτοιες ερωτήσεις δε βοηθάνε τους υποψήφιους στο να μάθουν να ελίσσονται. Μόνο κακό κάνουν.

Εξίσου σημαντικό είναι όσα αναφέρονται στο βιογραφικό σημείωμα –όπως και τα προσόντα που αναφέρετε προφορικά στη συνέντευξη– να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Θα αποτελέσει μεγάλη ήττα να προσληφθείτε για δεξιότητες και γνώσεις που δεν έχετε, και σε σύντομο χρονικό διάστημα να απολυθείτε… Είναι προτιμότερο να ομολογήσετε άγνοια σε ορισμένα θέματα αλλά να δηλώσετε πρόθυμοι για περαιτέρω επιμόρφωση. 

Sad but true. Είναι όντως καλύτερο να απαντήσει κανείς πως δεν ξέρει κάτι, αλλά έχει διάθεση να το μάθει, από το να πει ψέματα. Αρκεί αυτή η παραδοχή να μην αντιμετωπιστεί από την άλλη πλευρά με υπεροψία και ως κάτι που θα αποτελέσει τροχοπέδη για την πρόσληψη του υποψηφίου.

Και τώρα, τι κάνουμε; Θέλει τσαμπουκά;

Πρωταρχικά, θέλει γνώθι σαυτόν και καλή αξιολόγηση. Η συνέντευξη δεν είναι και δε θα έπρεπε να είναι μάχη. Αν όμως η άλλη πλευρά δείχνει αλλαζονεία, υπεροψία και διάθεση για «ψάρωμα», τότε ναι, θέλει τσαμπουκά. Κανείς δε δύναται να εκμεταλλεύεται την ανάγκη κανενός για εργασία με σκοπό την επίδειξη ισχύος. Το ισχυρό προφίλ μιας εταιρείας δε διαμορφώνεται με οποιουδήποτε είδους μαγκιά την ώρα της αξιολόγησης, αλλά με τον επαγγελματισμό σε όλους τους τομείς. Αν δείχνει τα δόντια της με το καλημέρα, μάλλον δεν είναι και το καλύτερο εργασιακό περιβάλλον ούτως ή άλλως.

 

Γράφει η Τίνα Μπαρμπάτσαλου

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

*

Φρέσκα άρθρα στο Ημερολόγιο Καταστρώματος

Στην Κορυφή